Τελικά είναι λίγες οι στιγμές που περνάει κανείς άδολα και χαρούμενα. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα περισσότερα είναι μαύρα. Είναι, όμως. Το φως λείπει. Τα χαμόγελα επίσης απουσιάζουν. Μαύρη ζωή που κάνουμε εμείς οι μαύροι κλέφτες. Κλέφτες ονείρων και κλέφτες εικόνων της πραγματικότητας. Μα είναι εικόνα η πραγματικότητα; Μήπως η πραγματικότητα είναι μια εικόνα; Και πού να κατατάξει κανείς τον πολιτισμό και τον πόλεμο;
Εύκολες δυσκολίες. Δύσκολες ευκολίες. Πώς να τα βγάλει πέρα κανείς; Ουδείς σχεδόν δυστροπεί, ουδείς αγανακτεί, ουδείς ξεσηκώνεται. Χρειάζονται πολλοί για τον ξεσηκωμό. [Και πού να βρεθούν;] Και τι καταλαβαίνουμε όσοι δεν «χτυπιόμαστε» από μια θανατηφόρα ασθένεια [στιγμή]; Τι αντιλαμβανόμαστε όσοι εξακολουθούμε να ζούμε; Υγεία, λέμε, πάνω απ’ όλα. Και λοιπόν;
Λοιπόν αυτοί που πεθαίνουν μήπως αποφεύγουν όλη αυτή τη φαρμακευτική τυραννία των πολλών; Ζόρικη κάθε απάντηση, αποδεκτή εντούτοις από όσους δυσφορούν από την «πολυκοσμία». Μπας κι είμαστε πολλοί στον πλανήτη; Μπας κι ο πλανήτης μας αρρωσταίνει επειδή δεν μας αντέχει; Αλλά μάλλον διολισθαίνουμε. [Φυσικά, μεταφυσικά ή αφύσικα: ουδεμία έχει σημασία.]
Τι να πεις στο χωριό; Για τις ηλικίες ασφαλώς. Ποιος είναι ομήλικος ποιου, πόσo χρονώ πέθανε ο τάδε, πότε γεννήθηκε ο δείνα, ποιος ήταν ο πιο κατεργάρης, ο πιο διαβόλου κάλτσα, ποιος μιλάει ακόμη αρβανίτικα, πώς τα έμαθε, εάν το «αντικριστό» της Κρήτης είναι πιο νόστιμο από τη «σούβλα» της Πελοποννήσου…
Διάφορα, που όμως κυλούν, ενθουσιάζουν. Παλιές λέξεις εισβάλλουν στις νέες και γίνεται ένας αχταρμάς, πολύπλοκος, περίπλοκος, διάπλοκος. Και τότε αρχίζει το πανηγύρι. Ο,τι ξέρει ο καθένας το βάζει επάνω στο τραπέζι των συζητήσεων, το υπερασπίζεται με πάθος και ας μην έχει επιχειρήματα -έτσι έμαθε να σκέφτεται [εννοείται: να αμύνεται].
Τελευταίες ώρες στο χωριό, λίγο πριν από την κηδεία του Νότη. Ατυχοι όσοι δεν τον γνώρισαν [και πολύ πιο άτυχοι όσοι δεν τον είχαν φίλο τους]. Εχουν σπάσει τα τηλέφωνα. «Τι να κάνουμε» και λοιπά. Τίποτε, λέω, ίσως και με κάποια αγένεια. Εάν θέλαμε να κάνουμε κάτι, θα το είχαμε κάνει όσο ο φίλος ήταν εν ζωή. Τα στεφάνια είναι [έτσι φαίνονται σ’ εμένα] θλιβερά -να μην πω γελοία.
Τι είναι ο άνθρωπος; Ωσπου να το καταλάβει έχει πάρει δρόμο. Ολο αυτό δημιουργεί τέχνη, παιδεία, φιλοσοφία, πολιτισμό. Συγκλονιστικό, δεν λέω, αλλά συγγνώμη: χέστηκε η φοράδα στ’ αλώνι. Τέτοια ασημαντότης και ας διασπάστηκε το άτομο και «αποκαλύφτηκε» το DNA [σιγά που θα πείραζε τον Ηράκλειτο ή τον Αναξίμανδρο εάν δεν γίνονταν αυτές οι «ανακαλύψεις»].
Τέλος πάντων. Θνητοί. Τουλάχιστον να χορεύαμε [να μπορούσαν τα σώματά μας να χορέψουν]. Ο Νότης χόρευε ολόσωμος εν ακινήτω κινήσει. Εσωτερικά. Υπερβατικά. Φτωχαίνει ο κόσμος. Ας μην ασχημύνει περαιτέρω. Αθήναζε.
