Στο ρίγος της ανοίξεως συμπλέκονται τα βαθιά κίτρινα σπάρτα με τη μεθυστική ευωδιά τους και οι παπαρούνες, βαθιά κόκκινες και τούτες, στους κάμπους. Υψόμετρο 850 – κρύο (δροσερό) τα βράδια.
Το δέρμα ξαναβρίσκει τις φυσικές του αναπνοές (εισπνοές και εκπνοές). Ο οισοφάγος χαίρει και απολαμβάνει τα αποστάγματα. Αποστάγματα οίνου και αποστάγματα ομορφιάς.
Νηφάλια η σύγκρουση ακοής και όρασης – όλα γίνονται ένα με το μικρό σύμπαν του χωριού [είναι το δικό του σύμπαν].
Πολιτισμοί πρωτόγονοι και τόσο τρυφεροί, λιτοί και υπερήφανοι – γενναίοι, θα έλεγε κανείς (όχι και τόσο νηφάλιος…).
Σπαρταρά η γη σε τούτα τα οροπέδια, ασφυκτιά από τους χυμούς της και από τα πάσης φύσεως σπέρματα των όντων. Τρέμει η πλάση στο καφενείο που ξενυχτάει, αυτιά και μάτια εναλλάσσονται στην εξουσία [τους]. Και τι να κάνουμε, μας παρασέρνουν στους δρόμους τους (εσωτερικούς και εξωτερικούς).
Υδατα ρέουν, το νερό όμως δεν έχει μπει στ’ αυλάκι – ούτε εμείς στη σειρά μας. Λίγοι χολοσκάνε για τη σειρά – τι να την κάνουν; Να τη βράσουν;
Μικρή και η αγωνία για το αύριο. (Ποιο αύριο; Τι ακριβώς είναι το αύριο, αφού δεν είναι ακόμη;)
Ευλογημένη η «κούραση» του ξενυχτιού και η υπόρρητη μεταρσίωση ψυχών και σωμάτων – ποιος νοιάζεται για τον «ορθό λόγο»;
Ποιος δίνει σημασία στον άτεγκτο κυνισμό του, στη χυδαία επίκλησή του εκ μέρους των εξουσιών; Να τον χαίρονται και να τον αναμασάνε, μη μας πρήζουν όμως τα συκώτια – οι άξεστοι.
Ας κάνουν κάνα έργο και ας αφήσουν τους ορθούς λόγους και όλα τα φληναφήματα για ανάπτυξη και έξοδο στις αγορές και απαλλαγή από την επιτροπεία και παν το ανωφελές που εκστομίζουν, ελαφρά, δε, τη καρδία.
Πίσω στα αποστάγματα και στις μυρωδιές, στο ξεχείλισμα ζωής, στην ορχούμενη [εσωτερικά] ομήγυρη. Να τρυγάς τη γύρη του ρίγους τα ξημερώματα, στη συγκίνηση του μεταίχμιου σκότους και φωτός – να κολυμπάς στα κύματα της ανάπαλσης, χωρίς απορίες, δίχως αγωνία για το περιβάλλον και τους [κλειστούς] ορίζοντες· κάπου βρέχει στην οικουμένη.
Και; Εδώ η βροχή είναι καρπερή και αναστάσιμη – θωπεύει ό,τι σκιρτά και χουζουρεύει.
Μακριά από τούτον τον τόπο οι δυσθυμίες και αργοθυμίες. Ως πότε οι νέοι θα βαριούνται και θα βλαστημάνε; Πότε θα πιάσουν τον ταύρο από τα κέρατα; Και πότε θα αποφασίσουν αν αγαπάνε τον πλησίον ή αν τον αποστρέφονται [τον απεχθάνονται];
Βοούν οι νύχτες – και οι καρδιές. Τα μεσημέρια ξεκινάνε τα «όργανα». Μουσικές ορεινές, τραχιές και κομψές παρακαλώ, ισότιμες των φυσικών ήχων, ξελογιάζουν και τέρπουν. Πούθε βγαίνουν; Κανείς δεν ξέρει, αλλά και κανείς δεν ενδιαφέρεται εδώ που τα λέμε.
Μουσική και ποίηση είναι αξεχώριστες; Πού βρίσκονται; Και γιατί να απαντήσει κάποιος;
Πολύτιμη η σιωπή τέτοιες στιγμές [μούσα όλων]. Αποστάγματα γαλήνης και εσωτερικών δονήσεων, αναβαθμοί λόγου και αναπαλμοί χορού – όχι παίξε γέλασε.
Και μετά… δύσκολος πάντα ο αποχαιρετισμός, φτωχά τα λόγια του [του αποχαιρετισμού – οδύνης].
Μόνο τα λόγια της σιωπής μπορούν να αποτρέψουν τον σπαραγμό της φυγής. Εις το επανιδείν – αλλά πότε;
