Δεν μπορεί κανείς βάσιμα να αμφισβητήσει την πρόθεση της εισαγγελέως ανηλίκων να έχει το 6χρονο παιδί της Πόλας Ρούπα την καλύτερη δυνατή φροντίδα.
Τις ίδιες καλές προθέσεις προφανώς είχε και το υπουργείο Δικαιοσύνης, οι γιατροί και κοινωνικές υπηρεσίες που ασχολήθηκαν με το παιδί και με την επόμενη ημέρα στη ζωή του.
Δεν γνωρίζουμε αν τις ίδιες καλές προθέσεις είχε και η Αντιτρομοκρατική, αλλά έτσι κι αλλιώς θεωρητικά τουλάχιστον δεν της πέφτει λόγος για το οποιοδήποτε παιδί συλληφθέντος.
Ομως στη «ζυγαριά» των προθέσεων δεν είναι δυνατό να ζυγίζεται η σχέση και η αγάπη μιας μητέρας με το παιδί της, άσχετα με τα όποια αδικήματα έχει διαπράξει.
Η συγκεκριμένη μητέρα φρόντιζε όσο μπορούσε για το παιδί της κι αυτό διαπιστώνεται από μια σειρά στοιχεία.
Το τελευταίο ήταν η απόλυτα παθητική στάση της κατά τη σύλληψη και η συνεχής αγωνία της να διαφυλάξει όσο ήταν δυνατό την ηρεμία του παιδιού.
Μόλις πληροφορήθηκε ότι το παιδί δεν θα δοθεί άμεσα στους συγγενείς του, τόσο η ίδια όσο και ο σύντροφός της υπέβαλαν διαμαρτυρόμενοι τον εαυτό τους ακόμα και στο μαρτύριο της δίψας.
Μπορεί λοιπόν σε κάποιες περιπτώσεις, αν ένα παιδί είναι κακοποιημένο ή αφημένο στην τύχη του, να παίζουν ρόλο οι καλές προθέσεις εισαγγελέων και υπηρεσιών, όμως στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει ούτε δικαιολογία ούτε καν αφορμή για την παράλογη τετραήμερη ταλαιπωρία ενός 6χρονου.
Κάλλιστα όλοι οι υπεύθυνοι μπορούσαν να διαπιστώσουν αργότερα στο νέο περιβάλλον του αγοριού αν όλα τού εξασφαλίζουν αγάπη και σωστή φροντίδα και φυσικά την προβλεπόμενη από τον νόμο σταθερή επικοινωνία του παιδιού με τους γονείς του.
