«Το μεγαλύτερο βάρος των αποφάσεων θα πρέπει να μετατίθεται στις πρωτεύουσες παρά στους κεντρικούς θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ενωσης». Ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Γιούνκερ ξαναχτύπησε. Δεν μας τα έλεγε αυτά τα ωραία το καλοκαίρι του 2015.
Τότε σχεδίαζε μαζί με τους ομοτράπεζούς του το πραξικόπημα κατά της Ελλάδας για να τιμωρήσει την κυβέρνησή της που είχε το θράσος να οργανώσει δημοψήφισμα. Προφανώς η έννοια «κυρίαρχος λαός» είναι πολύ ελαστική. Πάντως, το τελευταίο διάστημα και ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ και άλλοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι μάλλον περνάνε κρίση ειλικρίνειας.
Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Μάρτιν Σουλτς μάς είπε πριν από λίγες μέρες ότι η Ευρώπη πρέπει να αλλάξει γιατί δεν αρέσει (το αποδίδω σε ελεύθερη απόδοση), ότι οι πολίτες σε πολλές χώρες είναι θυμωμένοι και προειδοποίησε πως αν νικήσει το «όχι» στη Μ. Βρετανία, τότε είναι πολύ πιθανό να πάνε σε δημοψηφίσματα με ανάλογο ερώτημα και άλλες χώρες.
Ο αντικαγκελάριος της Γερμανίας και αρχηγός του SPD Ζίγκμαρ Γκάμπριελ έγραψε ότι «η ευρωπαϊκή ενοποίηση περνά μία από τις μεγαλύτερες δοκιμασίες αντοχής της στη μεταπολεμική Ιστορία. Πλέον γίνεται όλο και περισσότερο λόγος για δοκιμασία διάλυσης».
Τι ακριβώς τρέχει; Αρχίζουν, έστω και με μεγάλη καθυστέρηση, να συνειδητοποιούν οι πολιτικοί ότι το ευρωπαϊκό οικοδόμημα τρίζει ή μήπως έχουμε να κάνουμε με μια επιφανειακή ανησυχία λόγω του επικείμενου δημοψηφίσματος στη Βρετανία, η οποία θα υποχωρήσει για να επιστρέψουμε στην πληκτική κανονικότητα, αν το αποτέλεσμα είναι θετικό;
Δεν ξέρω πώς αισθάνονται για την Ευρώπη οι πολίτες σε άλλες χώρες -οι δημοσκοπήσεις είναι βεβαίως αποκαλυπτικές, αλλά με τις δημοσκοπήσεις δεν βγάζεις άκρη, ιδιαίτερα μετά τις γκάφες των τελευταίων μηνών-, στην Ελλάδα πάντως αναπτύσσεται ένα ρεύμα επιθετικού ευρωσκεπτικισμού.
Οπως σημειώνουν όσοι μετρούν τις διαθέσεις των Ελλήνων για την Ε.Ε. και την ευρωζώνη, τα κυρίαρχα αισθήματα δεν είναι η απογοήτευση και η αδιαφορία, αλλά η οργή και η αγανάκτηση γι’ αυτά που συμβαίνουν στην καθημερινότητά τους και κυρίως για την απουσία προοπτικής.
Την ευθύνη χρεώνουν και στις κυβερνήσεις γιατί οδήγησαν την Ελλάδα στην κατάσταση χρεοκοπίας, αλλά και στις ευρωπαϊκές πολιτικές και οικονομικές ελίτ γιατί επέβαλαν σε μια μικρομεσαία χώρα ένα επώδυνο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής (για παγκόσμιο φαινόμενο μίλησε ο πολύς κύριος Τόμσεν), γεμάτο λάθη και αστοχίες που διεύρυνε τις κοινωνικές ανισότητες, προκάλεσε μεγάλη ανεργία, αύξησε το χρέος και φτωχοποίησε τα μεσαία στρώματα.
Την ίδια στιγμή, οι Ελληνες βλέπουν τους θεσμούς να χρησιμοποιούν πολλές γλώσσες, να ερμηνεύουν τις συνθήκες κατά πώς γουστάρουν και να έχουν διαφορετική στάση απέναντι στα ίδια προβλήματα. Για παράδειγμα:
● Αλλα λέει το ΔΝΤ για το χρέος, άλλα η Ευρώπη. Για το Ταμείο δεν είναι βιώσιμο, πρέπει να κουρευτεί, ωστόσο το Βερολίνο ακούει κούρεμα και βγάζει αφρούς. Οταν όμως η ελληνική κυβέρνηση λέει ότι πρέπει να προχωρήσουμε χωρίς το ΔΝΤ, οι Ευρωπαίοι με μια φωνή τονίζουν ότι το ΔΝΤ είναι απαραίτητο.
● Υποστηρίζει το ΔΝΤ ότι με τα σημερινά δεδομένα δεν είναι εφικτό να πιαστεί ο στόχος του 3,5% στο πλεόνασμα και γι’ αυτό απαιτούνται είτε νέα μέτρα είτε αναθεώρηση του στόχου προς τα κάτω. Η Ευρώπη όμως δεν συζητά το δεύτερο και δεν θεωρεί πως είναι αναγκαίο το πρώτο.
● Στο Μνημόνιο του Αυγούστου καταγράφονται οι στόχοι, αλλά τα μέσα είναι υπόθεση της κυβέρνησης. Το είπε ρητά και ο κ. Ντομπρόβσκις. Ωστόσο, οι θεσμοί, όπως έχει φανεί στην πράξη, θέλουν να έχουν αποφασιστικό λόγο και στο ζήτημα των μέσων.
Με φορολογία θα φτάσουμε στο αποτέλεσμα, λέει η κυβέρνηση, όχι απαντούν οι θεσμοί και προτείνουν δραστικό περιορισμό δαπανών, μ’ άλλα λόγια μειώσεις στους μισθούς και τις συντάξεις, απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων.
● Στο Μνημόνιο αναφέρεται ότι αν δεν φτάσουμε στους στόχους, είμαστε υποχρεωμένοι να πάρουμε πρόσθετα μέτρα. Θα το δούμε τότε, θα το συζητήσουμε και θα καταλήξουμε, επισημαίνει η κυβέρνηση, για να εισπράξει τον αντίλογο ότι από τώρα πρέπει όλοι μαζί να τα συμφωνήσουμε και εσείς να τα ψηφίσετε στη Βουλή.
● Εκθεση ευρωπαϊκού οργάνου αποκαλύπτει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συμπεριφέρεται με αυστηρότητα στις μικρές χώρες και με μεγάλη επιείκεια στις μεγάλες και ισχυρές.
Δεν ενεργοποίησε, ως όφειλε, τις διατάξεις των κατά τα άλλα ιερών συνθηκών, οι οποίες υποτίθεται πως είναι πάνω από έθνη και λαούς, στις περιπτώσεις της Γαλλίας και της Ιταλίας για το θέμα των ελλειμμάτων τους που έχουν ξεφύγει και στην περίπτωση της Γερμανίας για το ζήτημα των πλεονασμάτων που κι αυτά έχουν ξεφύγει εδώ και αρκετά χρόνια.
● Στις χώρες που έχουν βγει από τα προγράμματα στήριξης (Ιρλανδία, Πορτογαλία, Κύπρος) και προβάλλονται ως υποδείγματα -η Πορτογαλία όχι και τόσο γιατί έχει αριστερή κυβέρνηση- οι Ευρωπαίοι επιμένουν στη συνταγή της λιτότητας. Δηλαδή: λιτότητα με μνημόνια, λιτότητα και χωρίς μνημόνια. Σε τι να ελπίσεις λοιπόν;
* Κοντολογίς: Αν το μέλλον εντός της ευρωζώνης προβλέπεται ανάπηρο, με ή χωρίς μνημόνια, τότε ουδείς είναι σε θέση να εγγυηθεί ότι οι λαοί σε περίπτωση δημοψηφίσματος θα επιλέξουν «ευρώ πάση θυσία».
