Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η γιαγιά μου έχει γενέθλια σήμερα. Μεγάλωσε στην Ηπειρο, έζησε την Κατοχή, θυμάται τους Ιταλούς με ψείρες και τους Γερμανούς με όπλα και αρβύλες, θυμάται το αγαπημένο τους άλογο που έπρεπε να πουλήσουν για να μεταναστεύσουν –χωρίς διόλου να το θέλει η ίδια– στην Αθήνα, τη δεκαετία του ‘60, μάνα πια με δύο μικρά παιδιά.

Βασικά, θυμάται τα πάντα. Και συνεχώς ενημερώνεται. Κάτι που έχει αποφασίσει να μένει στο χωριό, κάτι που οι γείτονες ή έμειναν στις πόλεις ή έχουν πεθάνει ή είναι ξένοι, νιόφερτοι, οι παρέες της άλλαξαν και έτσι πολύ από τον χρόνο της τον περνάει στην τηλεόραση. Οπως οι περισσότεροι στην ηλικία της. Και μαθαίνει τα πάντα – κουτσά-στραβά, τα μαθαίνει πάντως.

Τι για οικονομία θα σου πει, τι για κοινωνικές δομές, τι για το πού χτύπησε σεισμός και πού καταποντισμός. Τι κι αν δεν έχει ταξιδέψει ποτέ της στο εξωτερικό; Ξέρει τι γίνεται στις χώρες και βγάζει τα συμπεράσματά της.

«Χρόνια Πολλά γιαγιά. Να σε χαιρόμαστε!». «Να ‘σαι καλά παιδάκι μου, τι να κάνεις κι εσύ στον κόσμο που ζεις!». Παύση εγώ. Πού το πάει, αναρωτιέμαι… «Ανθισαν τα λουλούδια σου, γιαγιά, τώρα που ζέστανε κάπως;».

«Εμείς κήπους ν’ ανθίζουν οι μυγδαλιές μας έχουμε, καλιά σε αυτούς που τους έδιωξαν από τα δικά τους σπίτια και μαράθηκαν και οι βασιλικοί και όλα τους». Δεύτερη παύση… το παίρνω απόφαση πως δεν μπορώ να την πάω ζγια ζγια (που λένε στην Ηπειρο) και την αφήνω να με οδηγήσει η ίδια στις σκέψεις της.

«Πάλι πινίγηκαν στα νερά μας. Τα δες; Μανούλες με παιδιά. Πού παένουν στα πέλαγα; Πάνε οι ψυχούλες τους, γίναν γαλάζιες. Ποιος να τους κλάψει, ποιος να τους ακορμαστεί…», με εκπλήσσει, με την υπέροχη ηπειρώτικη διάλεκτο, που ακούγοντάς την, αμέσως μυρίζει καλοκαίρι και ξεγνοιασιά.

«Και εκεί στα βόρεια; Είδες τι τους κάνουν; Οσοι προκάνουν να φτάσουν σε στεριά, πάλι δεν ησυχάζουν. Ξέρω εγώ τι σημαίνει να αφήνεις το σπιτικό σου. Τι ξένη πόλη, τι ξένη χώρα… άμα δεν είσαι στα δικά σου χωράφια, και του γείτονα ακόμη, ξένα είναι.

»Αλλά κι αυτό; Να σε σκοτώνουν στη χώρα σου και να σε κλέβουν στις ξένες. Πάνε στη Δανία και τους παίρνουν, κορίτσι μου, ό,τι έχουν πολύτιμο. Τ’ ακουσες αυτό;».

«Τ’ άκουσα, γιαγιά». «Για να μην πηγαίνουν, λένε, έτσι δεν λένε; Θα τους κλέβουν, για να μην πηγαίνουν. Μα και εκεί που τους αφήνουν και φτάνουν, πάλι για κλέφτες τούς κυνηγάνε. Ή κλέφτες θα τους διώχνουμε ή ως κλέφτες θα τους κυνηγάνε… Τα βλέπει όλα αυτά ο Θεός και θα τη ρίξει τη φωτιά, να δεις».

«Τα πόδια σου, γιαγιά, πώς είναι; Πονάνε ακόμη;», το χαβά μου εγώ. «Και να μην πόναγαν, πού θα κούσευα; Πάει ο καιρός που τρέχαμε σαν ζουλάπια. Τώρα ο καθένας μαζεύεται ανακούρκουδα και φυλάγεται από μοναχός του. Κι εσείς να προσέχετε εκεί στην Αθήνα. Μπήκαν τρομοκράτες στο Εθνικό Θέατρο άκουσα.

»Μα κανείς δεν ήταν να τα φυλάξει κι αυτά τα δόλια, που παίζουν κάθε βράδυ; Θυμάμαι, είχε έρθει θίασος στο χωριό και η μάνα μας μάς είχε καλοπλύνει για να πάμε. Το είχε το θέατρο περί πολλού κι ας μην ήξερε η δόλια και πολλά πολλά… Να προσέχεις κοκόνι μου, εκεί που πας. Δεν είναι πόλη αυτή πια γι’ ανθρώπους».

…Τα ‘χει αυτά η κρίση. Αναδεύει τα στερεότυπα, τα μπερδεύει με μνήμες και ασύντακτες πληροφορίες. «Αφρός και σώμα και πάτος ανακατεύονται βίαια, κοντά στο σημείο ζέσεως, δοκιμάζοντας βεβαιότητες, εδραίες πεποιθήσεις, κλισέ ορθοφροσύνης».

Το ‘χε πει ένας θεατράνθρωπος αυτό. Από αυτούς που δεν κατέβαζαν παραστάσεις, που δεν υποστηρίζουν πως ξέρουν πού εξαντλούνται «οι αντοχές τις κοινωνίας» (σ.σ. από την ανακοίνωση του Εθνικού). Η γιαγιά μου, πάντως, έχει γενέθλια σήμερα και ακόμη αντέχει, κ. Λιβαθινέ (σε αντίθεση με σας και την «κοινωνία» σας).