Μέχρι σήμερα ο διατυπωμένος και διάχυτος διαχρονικά φόβος ήταν η ενδεχόμενη παρέμβαση των πολιτικών στο έργο της Δικαιοσύνης. Πολύ συχνά δημοσιεύματα και καταγγελίες άφηναν σκιές για πολιτικές παρεμβάσεις της εκτελεστικής εξουσίας σε δικαστές και εισαγγελείς. Το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων από το υπουργικό συμβούλιο.
Αυτό όμως που δεν μοιάζει να απασχολεί ιδιαίτερα τους θεσμούς είναι το αμφίδρομο αυτής της σχέσης. Συγκεκριμένα, η καθόλου σπάνια παρέμβαση και επιρροή δικαστών και εισαγγελέων στις πολιτικές εξελίξεις, ακόμα και στις επιλογές της εκτελεστικής εξουσίας.
Μετά το τελευταίο επεισόδιο της δικαστικής διαμάχης για τον τρόπο διερεύνησης των υποθέσεων φοροδιαφυγής ανακύπτουν πολλά ερωτήματα για τη δεύτερη αυτή εκδοχή της σχέσης δικαιοσύνης και πολιτικής.
Πολλές αποφάσεις, κυρίως αθωώσεων μεγαλόσχημων προσώπων, αλλά ακόμα και θεσμικών παραγόντων με πολιτική και οικονομική επιρροή, έχουν τελεσίδικα κριθεί στη συνείδηση των πολιτών ως απολύτως σκόπιμες. Υποθέσεις που απασχόλησαν επί μήνες την ειδησεογραφία μπήκαν στο αρχείο, χωρίς να δοθούν ποτέ πειστικές απαντήσεις από τη Δικαιοσύνη.
Δικαστές και εισαγγελείς αφήνουν το λειτούργημά τους έπειτα από πολύχρονες αδέκαστες (;) καριέρες, για να στελεχώσουν πολιτικά κόμματα. Διοικητικά συμβούλια μεγάλων ιδρυμάτων, που… κοσμούν τις σελίδες των εφημερίδων για τη διασπάθιση δημόσιου χρήματος και την κατασπατάληση των οικονομικών τους πόρων, φροντίζουν πάντα να περιλαμβάνουν στα μέλη τους ανώτατους δικαστικούς.
Πολιτικά πρόσωπα που φέρονται να έχουν εμπλακεί σε ποινικά αδικήματα συχνά αθωώνονται ή παραπέμπονται από τους ταγούς της δικαιοσύνης και με βάση την τοποθέτηση τους στο πολιτικό τόξο.
Υπάρχουν περιπτώσεις που ακόμα και Εφετεία στέκονται αμήχανα και σχεδόν φοβισμένα στη θέα μεγαλόσχημων δικηγόρων που σχετίζονται άμεσα με την πολιτική εξουσία ή υπερασπίζονται μεγάλους και γνωστούς οικονομικούς ή αθλητικούς ή θρησκευτικούς παράγοντες και συμφέροντα.
Η αμφίδρομη αυτή σχέση ώς ένα βαθμό είναι αυτονόητη, όπως αυτονόητο είναι ότι και οι δικαστές ως πολίτες επηρεάζονται από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα.
Σε κάθε συνταγματική «εκτροπή» υπάρχουν δικαστές που κλείνουν τα μάτια, προσπερνώντας ακόμα και σαφείς παραβιάσεις των ατομικών δικαιωμάτων για χάρη πολιτικών σκοπιμοτήτων. Δεν υπάρχει Ελληνας πολίτης που να μην έχει διαπιστώσει με τα μάτια του και την κρίση του παρεκτροπές της Δικαιοσύνης.
Αυτά όλα είναι δεδομένα και είναι στο χέρι των λειτουργών της Δικαιοσύνης να δίνουν καθημερινά στους πολίτες την έμπρακτη απόδειξη ότι δικάζουν με γνώμονα το δίκαιο και όχι την προσωπική τους τοποθέτηση ή την ιδιότητα του δικαζόμενου.
Οσες μεγαλόσχημες ανακοινώσεις περί υπεράσπισης του Δικαίου και του Συντάγματος κι αν εκδοθούν, αν δεν υπάρξει η έμπρακτη απόδειξη ότι οι δικαστές πρώτιστα υπερασπίζονται το δημόσιο συμφέρον και το συμφέρων των πολιτών δεν θα κερδίσουν ούτε την εμπιστοσύνη ούτε τον σεβασμό.
Οσο λοιπόν κι αν ο κάθε -κατά κύριο λόγο επώνυμος- κατηγορούμενος δηλώνει, μόλις του φορέσουν χειροπέδες, ότι έχει εμπιστοσύνη στην ελληνική Δικαιοσύνη, παραμένει το ερώτημα γιατί δεν το λέει αυτό σχεδόν ποτέ ο απλός πολίτης-κατηγορούμενος, την ώρα που οδηγείται στον ανακριτή ή στον εισαγγελέα.
