ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Τάσος Τσακίρογλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Εν αρχή ην το τέχνασμα». Αυτό θα μπορούσε να ισχύει για τον Ρόμπερτ Βάλζερ, ο οποίος ξεκινά το βιβλίο του «Οι εκθέσεις του Φριτς Κόχερ» (Εκδόσεις Κριτική, 2021), λέγοντας ότι οι εκθέσεις αυτές ανήκαν σε έναν μαθητή, ο οποίος πέθανε μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο και ότι ο ίδιος έπεισε τη μητέρα του να του τις εμπιστευτεί και να τις εκδώσει. Υπάρχουν φυσικά σημεία που πράγματι αναρωτιόμαστε εάν ένας μαθητής θα μπορούσε να γράφει με αυτό το ύφος και αυτό το στιλ, όμως από την αρχή ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει πως «ένα αγόρι μπορεί να μιλάει πολύ σοφά και πολύ ανόητα σχεδόν ταυτόχρονα».

Η θεματολογία των εκθέσεων είναι ποικίλη: ξεκινά από τον άνθρωπο, το φθινόπωρο, τη σχολική αίθουσα, τον καθηγητή, τη φιλία και φτάνει μέχρι την εξιστόρηση μέρους της ζωής ενός ζωγράφου, αλλά και της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση και την τέχνη. Η τοποθέτηση του Βάλζερ θα μπορούσε να πει κάποιος ότι ανήκει σε μια μακρά ρομαντική παράδοση του γερμανόφωνου κόσμου. Κινούμενος μεταξύ Βερολίνου, Στουτγκάρδης, Βασιλείας και Βέρνης, κάνει πολλές δουλειές, μεταξύ των οποίων και εκείνη του γραφιά, για τις συνθήκες εργασίας του οποίου αφιερώνει και ένα ολόκληρο κεφάλαιο.

Τις «Εκθέσεις του Φριτς Κόχερ» διαβάζουν με θαυμασμό «γίγαντες» όπως ο Φραντς Κάφκα και ο Χέρμαν Εσε, όμως θα χρειαστούν πολλά χρόνια για να αναγνωριστεί σαν ένας από τους σημαντικότερους γερμανόφωνους συγγραφείς του 20ού αιώνα. Στις «Εκθέσεις» βρίσκουμε όλη τη ρομαντική θεματική: την οργανική σχέση με τη φύση και το δάσος, τη γοητεία της νύχτας, τον ρομαντικό έρωτα, τη δημιουργική και προωθητική δύναμη της τέχνης, την πρωταρχικότητα του συναισθήματος έναντι της λογικής, αλλά και ότι όλα τα ουσιώδη «μυστικά» του κόσμου δεν μπορούν να περιγραφούν από τη γλώσσα και γι’ αυτό παραμένουν άρρητα και άφατα.

Ενα άλλο θέμα που απορρέει από το έργο αλλά και τη βιογραφία του Βάλζερ είναι η ρομαντική ανεστιότητα, η μάταιη αναζήτηση από τον καλλιτέχνη μιας θέσης στον κόσμο, την οποία όμως συνήθως δεν βρίσκει, μένοντας έτσι ταυτόχρονα «εντός» και «εκτός» κοινωνίας. Είναι ένας «μαγεμένος», ένας παρίας και, τελικά, ένας «ρομαντικός». Στο κεφάλαιό του για τον ζωγράφο και την κόμισσα, ο Βάλζερ επαναφέρει τη μεσαιωνική (και τυπική για τον ρομαντισμό) έννοια της «αυλής» και του «μαικήνα», αφού με τη φιλοξενία και την ευγενική «χορηγία» της δεύτερης, ο πρώτος μπορεί και επιδίδεται απερίσπαστος στην τέχνη του, ζωγραφίζοντας και δημιουργώντας. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν μεσολαβεί το διαβολάκι του έρωτα ανάμεσά τους, οπότε ο ζωγράφος (σαν γνήσιος πλάνης) επιλέγει τη φυγή και την ελευθερία από τη συναισθηματική δέσμευση.

Ο συγγραφέας λέει ότι η φήμη και η καριέρα του είναι αδιάφορες, αφού τις θεωρεί επιπόλαιες και επιφανειακές πλευρές της ζωής. «Θα ήθελα να είμαι διάσημος, αλλά στους πιο πνευματώδεις ανθρώπους» μονολογεί, εκφράζοντας μια σχεδόν ελιτίστικη πρόθεση, η οποία όμως ταιριάζει απόλυτα με τη θεωρία του για την τέχνη: «Η ζωγραφική παραμένει ζωγραφική και είναι πραγματικά αδιάφορο εάν προορίζεται για πολλά μάτια ή για ένα μοναδικό. Προπάντων ζωγραφίζω για τα δικά μου μάτια». Ο Βάλζερ τελικά έφυγε χαμένος μέσα στην τρέλα, ενώ χρόνια αργότερα η Σούζαν Σόνταγκ θα γράψει γι’ αυτόν ότι αποτελούσε τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στον Κλάιστ και τον Κάφκα.