ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Μυλόπουλος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ίδρυση «μη κρατικών πανεπιστημίων» ήταν μια οργανωμένη εκστρατεία παραπλάνησης της κοινής γνώμης με σκοπό τη μεταφορά φοιτητών, δίκην πελατείας, από τα δημόσια πανεπιστήμια στις εκπαιδευτικές επιχειρήσεις. Ο ψευδεπίγραφος ακαδημαϊκός χαρακτήρας των «Νομικών Προσώπων Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης» αναγνωρίζεται από τα εξής στοιχεία:

Πρώτον, τα κολέγια που αναγνωρίστηκαν ως πανεπιστήμια δεν είναι «μη κρατικά», όπως παραπλανητικά αποκαλούνται, αλλά καθαρά ιδιωτικές επιχειρήσεις. Τα εξ αντιδιαστολής ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα άλλωστε δεν είναι κρατικά, αλλά δημόσια, αφού στο Σύνταγμα τα πανεπιστήμια περιγράφονται ως δημόσια και αυτοδιοικούμενα, ενώ οι καθηγητές τους ως δημόσιοι και όχι ως κρατικοί λειτουργοί.

Δεύτερον, οι εκπαιδευτικές επιχειρήσεις που έλαβαν τον περιζήτητο τίτλο δεν έχουν καμία σχέση με πανεπιστήμια. Ένα πανεπιστήμιο οφείλει μέρος της γνώσης που μεταδίδει να το έχει παραγάγει μέσω της επιστημονικής έρευνας. Και η έρευνα, όπως και οι ερευνητικές υποδομές είναι άγνωστες λέξεις τόσο για τα ιδιωτικά κολέγια, που τόσα χρόνια λειτουργούν σαν απλά διδακτήρια, όσο και για τον τρόπο με τον οποίο επιτεύχθηκε η αναγνώρισή τους. Η οποία δεν συμπεριέλαβε καμία αξιολόγηση ερευνητικών υποδομών και εξοπλισμών, ερευνητικού προσωπικού και ερευνητικών επιδόσεων.

Με δυο λόγια, οι επιχειρήσεις που αναγνωρίστηκαν σαν πανεπιστήμια αξιολογήθηκαν σαν… ξενοδοχεία. Εκείνο που υπήρξε όμως εξοργιστικό στην όλη μεθόδευση ήταν ο στοχευμένος πόλεμος δυσφήμησης και συρρίκνωσης των δημόσιων πανεπιστημίων προκειμένου να προτιμηθούν τα ιδιωτικά. Η επινόηση της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, που μεταφέρει αυθαίρετα ένα κριτήριο διαπίστωσης της γνώσης σε έναν γενικό διαγωνισμό κατάταξης με συγκεκριμένο αριθμό θέσεων, έγινε για να εμποδιστεί η εισαγωγή στα πανεπιστήμια σε 20.000 νέους ετησίως. Οι οποίοι οδηγήθηκαν εκόντες άκοντες στις εκπαιδευτικές επιχειρήσεις που αναγνωρίζονται σαν πανεπιστήμια.

Το ίδιο συνέβη και με τις διαγραφές εκατοντάδων χιλιάδων φοιτητών ως δήθεν αιωνίων. Οι μισοί και παραπάνω από τους οποίους εισήχθησαν μετά το 2015 και ήταν βιοπαλαιστές, που προσπαθούσαν να επιβιώσουν και συγχρόνως να σπουδάσουν σε συνθήκες οικονομικής και στεγαστικής κρίσης. Αλλά και η εξοντωτική εκστρατεία κατασυκοφάντησης των δημόσιων πανεπιστημίων και ο χαρακτηρισμός τους ως κέντρων ανομίας και εγκληματικότητας τι άλλο νόημα είχε από την ανάδειξη των ιδιωτικών ως πιο ελκυστικών από τα δημόσια; Ούτε άλλωστε η υποχρηματοδότηση και η υποστελέχωση των δημόσιων πανεπιστημίων συνέβη χωρίς σκοπιμότητα και υπολογισμό.

Όσο για το ψευδεπίγραφο επιχείρημα ότι τα ιδιωτικά θα αναβαθμίσουν, δήθεν, διά του ανταγωνισμού τα δημόσια ιδρύματα, τη στιγμή που τα ιδιωτικά δεν είναι καν πανεπιστήμια, είχε προφανώς και αυτό τη σκοπιμότητά του. Ακόμη και στην υποθετική εκείνη περίπτωση που είχαν ενδιαφερθεί να ιδρύσουν παραρτήματα στη χώρα μας μεγάλα εμβληματικά πανεπιστήμια του εξωτερικού, όπως αρχικά διαφημιζόταν, αυτό δεν θα άλλαζε τα πράγματα. Αφού οι εδώ εκπαιδευτικές επιχειρήσεις δεν διατηρούν ακαδημαϊκές, αλλά καθαρά εμπορικές σχέσεις, τύπου δικαιόχρησης, με τα ξένα πανεπιστήμια.

Η όλη μεθόδευση είναι ξένη με την ακαδημαϊκή δεοντολογία και τις πραγματικές ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας και πρέπει να αποκατασταθεί από την επόμενη προοδευτική κυβέρνηση. Στην Ευρώπη άλλωστε, όπου υπάρχουν ισχυρά δημόσια πανεπιστήμια, τα ιδιωτικά καλύπτουν ένα ελάχιστο ποσοστό των φοιτητικών αναγκών. Γι’ αυτό και πρώτη προτεραιότητα σήμερα είναι να στηριχθεί το δημόσιο πανεπιστήμιο. Όχι μόνο για να πάψει η παραπλάνηση. Αλλά και γιατί η υπόθεση των δήθεν «μη κρατικών πανεπιστημίων» έχει ακυρώσει κάθε έννοια αξιοκρατίας, κάθε μορφή ακαδημαϊκής δεοντολογίας και κάθε προσπάθεια απόδοσης ίσων ευκαιριών σε όλους. Και αυτά σε μια εποχή που δικαίως αποκαλείται εποχή της οικονομίας της γνώσης…

*Καθηγητής, πρώην πρύτανης ΑΠΘ, επικεφαλής παράταξης «ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ Κ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ»