ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το ελληνικό θέατρο στον 21ο αιώνα – Δ΄ ΜΕΡΟΣ

Είδαμε μέχρι τώρα πως με αφετηρία τον νέο αιώνα –η κρίσιμη χρονολογία μπορεί να τεθεί πάνω στην κορύφωση του μεταπολιτευτικού φαντασιακού, το 2004- μια σημαντική τομή φαίνεται πως επήλθε στα θεατρικά πράγματα της χώρας, τομή που πέρα από τους τυπικούς όρους της παραγωγής αφορούσε ακόμη την κουλτούρα της θεατρικής ζωής, ιδιαίτερα στο σημείο όπου η ανάγκη για έκφραση και δημιουργία συνδεόταν στενά με τη νεανική δραστηριότητα. Ανάμεσα στους άλλους λόγους για αυτήν την «αλλαγή» διακρίναμε τη σταθερή επικοινωνία με την Ευρώπη και τον συνεχώς αυξανόμενο αριθμό των καλλιτεχνών που σπούδαζε, ταξίδευε και επισκεπτόταν τα διεθνή φεστιβάλ. Κι ακόμα τη γενική αίσθηση που απλωνόταν στην ελληνική σκηνή και που αντιστεκόταν σε θεματικές και αισθητικές στο Ελληνικό Φεστιβάλ ή σε κατά τόπους θεατρικές εκδηλώσεις της περιφέρειας. Οπως σημειώσαμε, παλιότεροι συντελεστές της πολιτιστικής ζωής είχαν δημιουργήσει την εντύπωση ενός «κατεστημένου» που τρεφόταν από τη θεσμική πολιτική. Και από την άλλη, στις αρχές του αιώνα εναλλακτικές σκηνές (ή σκηνές ενός εναλλακτικού θεάτρου), οι οποίες προέτασσαν το αίτημα ανανέωσης με επιτυχία, είχαν κατορθώσει να γίνουν πια το κέντρο μιας μικρής αλλά δραστήριας κοινότητας ανανέωσης του θεατρικού χώρου.

Η ίδια η ανανέωση, ωστόσο, ήρθε από μια μάλλον απρόσμενη πηγή, από τη νέα κυβέρνηση της Κεντροδεξιάς, η οποία ανήλθε στην εξουσία λίγο πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 2004. Με πρωθυπουργό τον Κώστα Καραμανλή και με υπουργούς Πολιτισμού τον ίδιο αρχικά και έπειτα τον Γιώργο Βουλγαράκη, η νέα κυβέρνηση προχώρησε σε θεαματικές όσο και απρόσμενες αναθέσεις καίριων θέσεων σε πρόσωπα που εξέφραζαν πολλαπλά το αίτημα της ανανέωσης. Διόρισε το 2005 στη θέση του διευθυντή του Ελληνικού Φεστιβάλ τον διευθυντή της Οπερας της Λιόν, Γιώργο Λούκο, άνθρωπο με ευρεία γνώση του διεθνούς θεάτρου. Και λίγο αργότερα, το 2007, τον Γιάννη Χουβαρδά στη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου. Οι δύο αυτοί διορισμοί επισημοποίησαν την αναγνώριση της ανάγκης για ανανέωση, αλλά και την κοινή διαπίστωση πως το ελληνικό θέατρο όφειλε να περάσει σε νέα φάση εξέλιξης.

Αυτή η επίδειξη ριζοσπαστικής πολιτικής από μια καταρχήν συντηρητική κυβέρνηση αποτελεί ασφαλώς ζήτημα προς διερεύνηση. Ωστόσο η παρουσία των δύο προοδευτικών προσώπων σε κεντρικές θέσεις έδωσε ασφαλώς ώθηση στο ζήτημα της εναλλακτικής σκηνής. Το Εθνικό Θέατρο στράφηκε με τον Γιάννη Χουβαρδά σχεδόν αυτόματα σε μια ριζοσπαστική -για τα μέχρι τότε δεδομένα- απόδοση του ρεπερτορίου του. Και το Ελληνικό Φεστιβάλ, επί Γιώργου Λούκου, απέκτησε νέα ταυτότητα, με νέους χώρους, νέες και πιο ευέλικτες δομές, έντονη εξωστρέφεια, πολλές και τολμηρές μετακλήσεις ξένων θιάσων.

Σε αυτό το σημείο πρέπει πιθανόν να σημειώσουμε πως την ίδια περίοδο η ανανέωση υποστηρίζεται και από άλλες εξίσου δραστήριες δομές. Μετά το 2004 αυξάνονται θεαματικά οι χώροι ποικίλης καλλιτεχνικής δράσης, μικρές συνήθως σκηνές, που ζητούν από το νεανικό κοινό να επιλέξει χώρους επικοινωνίας και έκφρασης. Αυτή η ανάπτυξη έρχεται ως αποτέλεσμα της εκρηκτικής αύξησης των νέων ομάδων και των παραγωγών, που πλέον προς το τέλος της πρώτης δεκαετίας ξεπερνούν τις 1.000 (χίλιες).

Στην κορυφή ωστόσο αυτών των νέων χώρων έκφρασης βρίσκεται η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών από το Ιδρυμα Ωνάση, που αρχίζει τη λειτουργία της το 2010 σε ένα εντυπωσιακό κτίριο, υψηλών σκηνικών και αισθητικών προδιαγραφών (θεμελιώθηκε και αυτό το 2004). Με την επιμέλεια της Κάτιας Αρφαρά το πρόγραμμα της Στέγης αποτέλεσε εξαρχής ένα διαρκές «φεστιβάλ» ελληνικού και ξένου θεάτρου στο κέντρο της πόλης, με εξαιρετικά ενδιαφέρουσες προτάσεις και γόνιμες συνεργασίες.

Μπορούμε έτσι, σχεδόν δέκα χρόνια μετά το 2004, να σκιαγραφήσουμε ένα ελληνικό θέατρο διαφορετικό όσο και πιο δυναμικό από το παλιότερο. Κι αν παραμένει ακόμη σε πολλά αμέθοδο και ανοργάνωτο, μπορεί ωστόσο να παινεύεται για αξιόλογες εργασίες και για ένα μικρό αλλά ευδιάκριτο ίχνος στις διεθνείς σκηνές. Νέοι Ελληνες καλλιτέχνες συμμετέχουν τακτικά σε κατά τόπους φεστιβάλ και -αντιστρόφως- κεντρικοί θίασοι επισκέπτονται το ελληνικό θέατρο ως μέρος της διεθνούς περιοδείας τους.

Τέλος, μετά το 2009, οι συνθήκες της οικονομικής και πολιτικής κρίσης πρόσθεσαν στο ελληνικό θέατρο ακόμα ένα -αρκετά στενάχωρο αυτή τη φορά- έρεισμα… Το ελληνικό κοινό θεωρήθηκε πως εκπροσωπεί το κατεξοχήν «θύμα» των οικονομικών πολιτικών της Ευρώπης, και ως τέτοιο κρίθηκε το πλέον κατάλληλο να δοκιμάσει ή να προετοιμάσει το έδαφος για κάποιο πείραμα εξέλιξης του (πολιτικού κυρίως) θεάτρου. Το ελληνικό θέατρο θεωρήθηκε κατ’ επέκτασιν ένα από τα πιο ευήκοα στα αιτήματα επαναπροσδιορισμού της σχέσης σκηνής και κοινωνίας. Οσο και αν παραμένει ενοχλητική η διαπίστωση πως μέρος του ενδιαφέροντος του διεθνούς κοινού παρακινήθηκε από την πρόθεσή του να δει το ελληνικό νεανικό θέατρο ως ανακλαστήρα των εσωτερικών κοινωνικών τριβών που ακολούθησαν την οικονομική κρίση, θα πρέπει να τη συνυπολογίσουμε στον απολογισμό μας τής πορείας του ελληνικού θεάτρου μετά το 2010.

Η σύντομη εισαγωγή που αναπτύχθηκε στα προηγούμενα άρθρα μάς επιτρέπει όμως να στραφούμε σε ειδικότερα ζητήματα του σημερινού ελληνικού θεάτρου που διερευνούν ορισμένες ποιότητές του. Οπως πιστεύω, παρά τον θόρυβο των πολλών παραγωγών, τη μεγάλη ποικιλία και την άνιση ποιοτικά παραγωγή, αλλά και παρά τις περίπλοκες ιστορικά διεργασίες που συντελούνται σήμερα στην ελληνική σκηνή, μπορούμε να στρέψουμε την προσοχή μας σε τέσσερις (τουλάχιστον) διακριτούς άξονες της νεανικής σκηνής: α) τη σχέση με το θεατρικό έργο και το ερώτημα της ταυτότητας, β) τη μεταδραματικότητα και το ερώτημα του ύφους, γ) τη χορικότητα και το πολιτικό ερώτημα, δ) την επιστροφή του συγγραφέα σαν ερώτημα επανένωσης, οπισθοχώρησης ή παλινδρόμησης του κειμένου σε σχέση με την παράσταση.

Αλλά αυτά όλα θα τα εξετάσουμε με τη σειρά, ξεκινώντας από την άλλη κιόλας εβδομάδα.