Η λέξη «ελπίδα» κυριάρχησε στα προεκλογικά σποτ του ΣΥΡΙΖΑ εν είδει ανίστιξης με την απελπισία που έχει κατακλύσει τα τελευταία πέντε χρόνια τις ζωές των Ελλήνων εξαιτίας μιας πολιτικής που υποβίβασε βίαια το βιοτικό επίπεδο εκατομμυρίων ανθρώπων σε επίπεδα πολλών δεκαετιών πίσω. Βέβαια το αποτέλεσμα της σημερινής εκλογικής αναμέτρησης δεν θα ξαναφέρει πίσω την ελπίδα ως δια μαγείας, αλλά ίσως επαναθεμελιώσει το δικαίωμα στην ελπίδα, ίσως βάλει δηλαδή το πρώτο λιθαράκι για να φτιάξουμε ένα καινούριο συλλογικό όραμα, μαζεύοντας τα κομμάτια εκείνου που διαλύθηκε εδώ και πολλά χρόνια, μαζί με την θορυβώδη πτώση του τείχους του Βερολίνου.
Σήμερα φυσικά η συζήτηση δεν είναι για κάποιο μακρινό όραμα περί σοσιαλισμού, αλλά για τη συγκρότηση των υλικών που θα μπορούσαν να τον οικοδομήσουν στο μέλλον: αλληλεγγύη, συλλογικότητα, πρωτοβουλία, αγώνας, περίσκεψη, αναστοχασμός. Αυτά τα υλικά ξεχώρισαν, έστω και σε μικροποσότητες, μέσα από τα ερείπια και τη σκόνη όλων των φθαρμένων και αλλοιωμένων εννοιών που αφήνει πίσω του ο νεοφιλελεύθερος τυφώνας. Βέβαια, «για να γυρίσει ο ήλιος, θέλει δουλειά πολλή», γιατί, όπως βλέπουμε όλοι, ο πολιτικός ορίζοντας της Ευρώπης (και όχι μόνο) είναι ακόμα σκοτεινός και απειλητικός.
Με το αποτέλεσμα της κάλπης ακόμα υπό διαμόρφωση, εκείνο που δεν θα πρέπει να ξεχνάμε είναι ότι από το εσωτερικό της δεν θα πρέπει να βγουν νέες ψευδαισθήσεις, βαμμένες απλώς με άλλο χρώμα. Μια πιθανότητα νέας εναλλακτικής για την Ελλάδα και την Ευρώπη μπορεί να προκύψει μόνο ως συνέχεια της πολιτικής βούλησης που θα εκφραστεί με την ψήφο. Και μάλιστα ως κρίσιμη και αναγκαία συνέχεια, διότι σε περίπτωση που ακολουθήσουμε την πεπατημένη της ανάθεσης, η πορεία είναι μάλλον προδιαγεγραμμένη: συμβιβασμοί, υποχωρήσεις και, στο τέλος, εκφυλισμός.
Η νότα αισιοδοξίας που δονεί την ατμόσφαιρα στην Ελλάδα τις τελευταίες ημέρες πρέπει να μετατραπεί σε ενεργητική συμμετοχή, έλεγχο και ανάληψη πρωτοβουλιών. Διαφορετικά στη γωνία θα ξαναβρούμε τους παλιούς βρυκολακιασμένους πολιτικούς πρωταγωνιστές, τα κόμματά τους και τις δυνάμεις που βρίσκονται πίσω τους. Οι κυρίαρχες ευρωπαϊκές ελίτ έχουν μακρά εμπειρία χειρισμού κρίσεων και αντιμετώπισης των λαϊκών τάξεων και αυτό δεν πρέπει να το υποτιμά κανείς. Η όποια διαπραγμάτευση θα χρειαστεί λαϊκή στήριξη, ενεργό συμμετοχή και επίγνωση ότι μπορεί να επιφέρει, περισσότερο ή λιγότερο προσωρινά, ακόμα και επιδείνωση της κατάστασης. Ούτως ή άλλως η έννοια της ελπίδας δεν εξαντλείται στο άμεσο «αύριο», αλλά ανοίγει το δρόμο για μακροπρόθεσμες αλλαγές που θα αγγίξουν ουσιαστικά το κοινωνικό πρόβλημα και θα επηρεάσουν καθοριστικά την έκβαση της επίλυσής του.
