Είναι πρωί στην κρυμμένη μέσα στην ομίχλη Δουνκέρκη της Γαλλίας. Βρισκόμαστε σε μια γειτονιά μιας ευρωπαϊκής πόλης του Βορρά, όπου οι άνθρωποι βγαίνουν από τα καλά διατηρημένα σπίτια τους, πηγαίνουν στη δουλειά τους ή, με τα πόδια, μέχρι το πλησιέστερο πολυκατάστημα προκειμένου να κάνουν τα ψώνια της εβδομάδας τους.
Και όμως, δίπλα από τις πολυτελείς κατοικίες και τα φαρδιά πεζοδρόμια όπου οι μητέρες βγάζουν βόλτα τα μωρά τους με το καρότσι, μέσα στο πάρκο, βρίσκεται ένας προσφυγικός καταυλισμός στους κόλπους του οποίου ζουν χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες, σε συνθήκες που προσβάλλουν τόσο κατάφωρα την ανθρώπινη αξιοπρέπεια που δικαίως τον αποκαλούν «η ζούγκλα».
Ο καταυλισμός έχει στηθεί από τους ίδιους τους πρόσφυγες ή και με τη βοήθεια εθελοντών. Καθώς τα πόδια σου βυθίζονται μέσα στην πηχτή γεμάτη ακαθαρσίες λάσπη που απλώνεται από άκρη σε άκρη σε αυτόν τον χώρο, δεν μπορείς παρά θαυμάσεις το κουράγιο των ανθρώπων που επιμένουν να ζουν εκεί, νύχτα-μέρα, μήνες ολόκληρους, κάποιοι ακόμα και χρόνια.
Μικρά παιδιά τρέχουν προς τη σκηνή τους για να δώσουν στη μητέρα τους τρόφιμα που μόλις τους μοίρασαν κάποιοι εθελοντές. Κάποιοι άντρες μαζεύουν ξύλα και ανάβουν φωτιά μέσα σε βαρέλια για να ζεσταθούν. Ενας μετανάστης κάθεται πάνω σε μια καρέκλα σαν του μπαρμπέρη και ένας γνωστός του τον κουρεύει.
Βαδίζουμε προς το βάθος του καταυλισμού, εκεί όπου οι εθελοντές φυλάσσουν ρούχα και κουβέρτες σε μια ελαφρώς πιο ευρύχωρη σκηνή. Δεν ξέρεις πού να πατήσεις. Γλιστράει παντού.
Σε κάποια σημεία έχουν τοποθετηθεί ξύλινα δοκάρια για να σε βοηθήσουν να διασχίσεις τα δύσκολα περάσματα. Δεν υπάρχουν πολλά τέτοια, καθώς, όπως μας είπαν εθελοντές, οι αρχές δεν επιτρέπουν την οποιαδήποτε μόνιμου τύπου παρέμβαση στον χώρο, κάτι που να νομιμοποιεί την ύπαρξη του καταυλισμού και να ανοίγει τις πόρτες για το μέλλον.
Μπροστά από τη σκηνή, εθελοντές από την Αγγλία, την Ολλανδία και το Βέλγιο περνάνε ο ένας στον άλλο σακούλες με ρούχα, παπούτσια, είδη πρώτης υγιεινής και κουβέρτες.
Παρά το ότι ο καταυλισμός υφίσταται χρόνια τώρα και ο πληθυσμός του ολοένα και αυξάνεται, δεν επιτρέπεται σε οργανώσεις να εισέλθουν και να παρέχουν υπηρεσίες στον κόσμο που ζει εκεί με περιορισμένη πρόσβαση σε κάποιες λίγες χημικές τουαλέτες και 2 βρύσες με νερό.
Μας είπαν πως οι Γιατροί χωρίς Σύνορα τώρα ετοιμάζουν κάποιες μεγάλες θερμαινόμενες σκηνές σε χώρο πλησίον του καταυλισμού για να βγει ο χειμώνας. Στο μεταξύ, όσο σε κρατήσει η μικρή σκηνή σου μακριά από τη βροχή, το κρύο, τον αέρα.
Προχωρήσαμε προς την αυτοσχέδια σκηνή-κουζίνα όπου εθελοντές μοιράζουν ένα πιάτο φαγητό. Τριγύρω σκουπίδια ανακατεμένα με λάσπη. «Υπάρχουν και αρουραίοι» μας είπαν δύο άντρες από το Κιρκούκ του Ιράκ.
Σε αυτόν τον καταυλισμό διαμένουν όχι μόνο Κούρδοι αλλά και Ιρακινοί, Σύροι, Λίβυοι. Εχουν όλοι ένα όνειρο: να περάσουν με κάποιο τρόπο στην Αγγλία. Μένουν εκεί μέχρι να τα καταφέρουν να φύγουν ή να το πάρουν απόφαση ότι αυτό δεν γίνεται. Στη δεύτερη περίπτωση, κανείς δεν ξέρει πού πάνε και τι τους συμβαίνει. Ρωτήσαμε τους δύο άντρες αν θέλουν να μείνουν νόμιμα στη Γαλλία.
Δεν είχαν αντίρρηση, αλλά δεν ήξεραν πώς να ζητήσουν άσυλο, ούτε αυτό τι σημαίνει. Μοιράσαμε ό,τι εφόδια κουβαλούσαμε μαζί μας και αρχίσαμε να φεύγουμε. Στον δρόμο προς την έξοδο, όπου μερικοί αστυνομικοί ελέγχουν ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει, κάποιες εθελόντριες με πρόσωπα ζωγραφισμένα με έντονα χρώματα και αστεία σχέδια παίζουν με κάτι παιδάκια.
Εχει αρχίσει να βρέχει. Οχι όμως αυτή τη δυνατή βροχή που συναντάς στις ζούγκλες των τροπικών, αλλά τη σιγανή, λεπτή, ασταμάτητη βροχή που σου τρυπάει τα κόκαλα στη βόρεια Ευρώπη.
