Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Επτά και μισή βγήκε στον δρόμο για τη δουλειά με το κρύο να της παγώνει τη μύτη. Αγαπούσε όμως τόσο πολύ αυτή τη μυρωδιά του κρύου αέρα, ακόμα και όταν χιόνιζε. Σαν να πλημμύριζε από ένα κύμα υγείας. Οι φετινές γιορτές έρχονταν με ήλιο, αλλά και παγωνιά.

«Ηλιο με δόντια» το έλεγαν, φράση που της άρεσε να ακούει. Εφερνε μαζί της κάτι από παιδική ζωγραφιά.

Κλείνοντας την πόρτα στο σπίτι πριν βγει, έχοντας τακτοποιήσει τις πρωινές υποχρεώσεις της: η μάνα έπινε τσάι με μέλι, ο γάτος ροκάνιζε ξηρά τροφή και τα λαμπάκια του δέντρου είχαν σβήσει. Ως το απόγευμα, που θα σκοτείνιαζε, για να ανάψουν πάλι και να θυμίσουν την επικείμενη γιορτή.

Κάτω από το δέντρο περίμεναν δυο-τρία πακέτα, από αυτά που θα άνοιγαν την Πρωτοχρονιά. Ηξερε βέβαια πως η ανιψιά της θα τα σήκωνε κάθε τόσο, θα τα κουνούσε, ψάχνοντας το δικό της.

«Οχι ακόμα, Σοφία. Το δικό σου δεν ήρθε ακόμα». Θα την κρατούσε σε αγωνία και θα την ξεγελούσε για λίγες ημέρες ακόμη με μαρκαδόρους και μπλοκ ζωγραφικής ή σοκολατένιες λιχουδιές.

Στο σπίτι επικρατούσε μια ανάμικτη μυρωδιά καβουρδισμένου αμύγδαλου, κονιάκ, κανέλας και ζεστού μελιού. Χαμογέλασε. Ηταν βάσανο, αλλά γλυκά έφτιαχναν κάθε χρόνο.

Κοίταξε γύρω τον κόσμο που κουκουλωνόταν στα πανωφόρια του. Κρύο, πολύ κρύο. Δεν θα βελτιωνόταν και πολύ το μεσημέρι, ο ήλιος θα έδειχνε ακόμα τα δοντάκια του στην πόλη.

Πήγε με το αυτοκίνητο στον σταθμό του ηλεκτρικού.

Κύματα ανθρώπων έμπαιναν και έβγαιναν στον συρμό. Λίγοι χαμογελαστοί, περισσότεροι σκυθρωποί, βιαστικοί, ανήσυχοι.

Αναρωτήθηκε πώς θα την έβλεπαν οι συνταξιδιώτες της. Σε ποια κατηγορία θα την κατέτασσαν;

Κάθισε στο πρώτο κάθισμα που βρήκε δίπλα στο παράθυρο – η τύχη τού να μπαίνει κανείς στο τρένο από την αφετηρία. Τουλάχιστον δεν θα στριμωχνόταν πολύ. Φόρεσε τα ακουστικά στα αυτιά και έβαλε το ραδιόφωνο.

Μουσική και μονόλεπτα δελτία ειδήσεων έως ότου φτάσει στο γραφείο, η καθημερινή ρουτίνα.

Δίπλα της κάθισε ένας κύριος, μάλλον μεσόκοπος, δεν μπορούσε να προσδιορίσει ακριβώς την ηλικία του. Το τρένο ξεκίνησε. Ακουγε τους μουσικούς παραγωγούς να μιλάνε, να σχολιάζουν τις ειδήσεις, άλλοτε σοβαρά και άλλοτε περισσότερο σκωπτικά – οι ειδήσεις συχνά έφεραν μαζί τους μια επικίνδυνη αίσθηση γελοιότητας…

Ο κύριος δίπλα της είχε αποκοιμηθεί και σε κάθε τράνταγμα του τρένου έπεφτε σαν σάκος πάνω της. Τον έσπρωξε μια-δυο φορές ευγενικά, αλλά μάλλον δεν καταλάβαινε. Κοιμόταν σαν πέτρα. Αρχισε να εκνευρίζεται. Το βαγόνι ήταν γεμάτο, δεν τολμούσε ούτε να σηκωθεί.

Μέτρησε πόσες στάσεις έμεναν ώσπου να φτάσει: οχτώ, εφτά, έξι…

Και τότε, λίγο πριν φτάσει στον προορισμό της, στριμωγμένη και βαριεστημένη, οι πρώτες νότες ενός τραγουδιού την έκαναν να αναπνεύσει.

«Ηρθ’ ο χειμώνας κι ο κοσμάκης τα ’χει χάσει/ Και παλτουδιά καινούργια τρέχει ν’ αγοράσει/ Μα το δικό μου κι αν επάλιωσε παλτό/ φράγκο δεν δίνω κι ούτε νοιάζομαι γι’ αυτό»[1].

Βουτιά στα παιδικά χρόνια, στη μνήμη και στην ανάμνηση εκείνου που της το δίδαξε όταν ήταν δεν ήταν δύο ετών. Τώρα είχε φύγει. Ηταν δύο χρόνια πίσω, τέτοιες μέρες, λίγο πριν από τις γιορτές.

Ενα δάκρυ έφυγε αθέλητα από τα μάτια της. Για τον θείο που την έμαθε να κοιμάται και να ξυπνάει με μουσική, για τα πειράγματά του που ακούγονταν σοβαρά πίσω από το παχύ μουστάκι του, για τα γλέντια της Πρωτοχρονιάς που είχαν περάσει, για όσα ακόμα πήρε μαζί του ο χρόνος.

Ομως, ενώ έβγαινε από το βαγόνι συνέχιζε να ψιθυρίζει τα στιχάκια:

Κι αν ο καθένας τουρτουρίζει από το κρύο,

Θα την περνώ στην αγκαλιά σου μεγαλείο…

Βγαίνοντας στην επιφάνεια από τον υπόγειο σταθμό, ο ήλιος της φάνηκε πιο ζεστός και χαμογέλασε. Η χριστουγεννιάτικη διακόσμηση σαν να της άρεσε λίγο περισσότερο.

[1]. «Ηρθε ο χειμώνας (Παλτουδιά)», των Παναγιώτη Τούντα και Κώστα Κοφινιώτη