Το μάτι μπορεί να σκάσει και πέτρα λένε όσοι/ες έχουν απόλυτη πίστη στη δύναμη του ματιού ως φορέα ενέργειας αρνητικής. Που εκφράζεται με το μάτιασμα. Δεν ξέρω αν αυτό ισχύει και για ομάδες, εθνοκρατικές ή πολιτισμικές. Σ’ αυτή την περίπτωση το μάτιασμα θα μπορούσε να γίνει ένα καλό δικαιολογητικό επιχείρημα για όσα άστοχα βιώνουν οι πολίτες.
Το μάτι, όμως, είναι και γητευτής. Οσο και αν λένε πως ο άνθρωπος βλέπει με το μυαλό, το μάτι έχει τη δύναμη να λειτουργήσει ως δαγκάνα. Που κλειδώνει αντικείμενα, πρόσωπα, τοπία. Σ’ αυτή την περίπτωση το μάτι μπορεί να γίνει φρένο και εμμονή για επιστροφή.
Ολοι έχουν τέτοιες εμπειρίες. Γι’ αυτό και συχνά έχουμε εξασκηθεί στην ταχύτατη μετακίνηση της οπτικής κίνησης, ώστε να μη γίνει εμμονή κάτι. Το παθαίνω αρκετές φορές. Πρόσφατα το μάτι μου δεν έφευγε από την ποιητική συλλογή που μου έστειλε ο Αλέκος Φλωράκης. Εκ Τήνου ορμώμενος και οικουρών στο νησί του, είναι ποιητής ευαίσθητος σε ό,τι και αν κάνει. Είτε γράφει εθνογραφικά κείμενα, είτε επιδίδεται στην ποιητική γραφή. Οι οφθαλμοί μου αρνούνταν για αρκετή ώρα να αποστρέψουν το πρόσωπο από τη σταλείσα ποιητική συλλογή του «Εν παραβολαίς αινιγμάτων» (Κουκκίδα 2025).
Τι θέλει να πει ο ποιητής; Η φράση έχει γίνει σχεδόν παροιμιακή έκφραση όταν στην εποχή μας επιχειρούμε να κατανοήσουμε τον γενικόλογο λόγο. Βεβαίως οι εκφράσεις αυτού του τύπου είναι επιπολαιόριζες. Ο Φλωράκης, ως γνώστης της Παλαιάς Διαθήκης, αξιοποιεί τον λόγο της για τον Σολομώντα που γνώριζε και να συνθέτει αινίγματα, αλλά να διεισδύει στη δύναμή τους.
Για τον λόγο αυτό συνθέτει ποιητικές ιστορίες και τις αφηγείται με τον δικό του τρόπο ως αντίδωρο της δικής του τέχνης και της πίστης του για τον ρόλο της ποίησης ως μια μορφή ανιστόρησης του χρονολογίου των παθών της ανθρώπινης υπόστασης.
Μέρες που ζούμε, ή που έρχονται, το πρώτο ποίημά του «Παρείσακτοι» γίνεται αινιγματικός ιστός που διατρέχει τη συλλογή. Ολοι είμαστε παρείσακτοι στον χρόνο, εμβόλιμοι, μόλο που ζούμε με την ψευδαίσθηση μιας αιωνιότητας. Ομως ο Φλωράκης δεν κάνει επιπολαιόριζη ποίηση. Οι λέξεις του κρύβουν τη δραματική ένταση της εποχής μας, που εξελίσσεται και σε ναυάγιο των ανθρώπινων σχέσεων.
Εχοντας ως αφετηρία τα παρείσακτα πρόσωπα στις φωτογραφίες, που έμπαιναν στο κάδρο καλλιεργώντας μια οικεία αντίληψη για τον άγνωστο, καταλήγει στη δύναμη της τεχνολογικής εποχής μας. «Η νέα τεχνολογία όλα τα μπορεί,/ χαμογελάμε επιτέλους μόνοι στην κορνίζα,/ απ’ τους παρείσακτους απαλλαχτήκαμε».
Με μια γόμα αφαιρούμε ό,τι δεν μας αρέσει, εκάς οι βέβηλοι. Μένουμε μόνοι, παρέα με τη μοναξιά μας, θριαμβολογώντας που κατατροπώνονται οι παρείσακτοι. Κι έτσι ο σύγχρονος άνθρωπος γίνεται παρείσακτος στον πολύβουο κόσμο. Χάνει όσα κοπίασε να καταφέρει. Τον ανθρωπισμό.
