Η επανάκαμψη του ζητήματος της ονομασίας του κράτους της Βόρειας Μακεδονίας προέκυψε κατά τρόπο ηχηρό, αλλά αναμενόμενο. Μελλοντικά, η όλη υπόθεση θα διδάσκεται ως ιστορικό παράδειγμα των αδιεξόδων στα οποία μπορεί να οδηγήσουν οι εκατέρωθεν των συνόρων υφέρποντες εθνικισμοί και η εργαλειοποίηση ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής προς εξυπηρέτηση μικροκομματικών σκοπιμοτήτων.
Η Συμφωνία των Πρεσπών αποτελεί αποτέλεσμα της πολιτικής βούλησης των δύο τότε πρωθυπουργών (Ελλάδας και Βόρειας Μακεδονίας) για διευθέτηση ενός ζητήματος που επί δεκαετίες δηλητηρίαζε το κλίμα καλής γειτονίας των δύο χωρών. Η Συμφωνία υπογράφτηκε παρά τις εθνικιστικές εκρήξεις και στις δύο χώρες, παρά το ξεκάθαρο πολιτικό κόστος για όσους την υποστήριξαν, παρά τα μικροκομματικά οφέλη όσων επένδυσαν στον υπερεθνικισμό. Ας μην ξεχνάμε ότι η παράταξη της Νέας Δημοκρατίας, ως αξιωματική αντιπολίτευση κατά την περίοδο εκείνη, όχι απλώς συνδαύλισε το εθνικιστικό κλίμα, αλλά επιπλέον υπέβαλε πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης Τσίπρα τον Ιούνιο του 2018.
Ασφαλώς, η Συμφωνία είχε τις ευλογίες και του λεγόμενου «διεθνούς παράγοντα», δηλαδή των δυτικών κέντρων λήψης αποφάσεων: ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ, γεγονός που έδωσε τη δυνατότητα ανάπτυξης της μεγαλύτερης στρατιωτικής βάσης του Οργανισμού αυτού εντός των εδαφών της Βόρειας Μακεδονίας, δημιουργώντας έτσι στρατιωτικό και πολιτικό ανάχωμα στη ρωσική επιρροή στις ευρύτερες γεωπολιτικές διεργασίες στα Βαλκάνια. Γι’ αυτό και η υπογραφή της έγινε παρουσία του Μάθιου Νίμιτς, ειδικού απεσταλμένου του ΟΗΕ στις διαπραγματεύσεις, της Φεντερίκα Μογκερίνι, ύπατης εκπροσώπου της Ε.Ε., του Γιοχάνες Χαν, επιτρόπου Διεύρυνσης της Ε.Ε., και της Ροζμαρί Ντι Κάρλο, εκπροσώπου του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ.
Η διακοπή της προσπάθειας προσέγγισης των δύο κρατών με τις συνεχείς αναβολές της κύρωσης των προβλεπόμενων μνημονίων συνεργασίας οδήγησε στην επανάκαμψη του εθνικιστικού VMRO στη γειτονική χώρα, μια εξέλιξη που δεν είναι ούτε απρόσμενη, ούτε ακατανόητη. Αντίθετα, είναι κατανοητή και νομοτελειακή: ο εθνικισμός στη χώρα μας τροφοδότησε τον εθνικισμό στη γειτονική χώρα. Το δε «επιχείρημα» ότι η μη κύρωση των μνημονίων με τη Βόρεια Μακεδονία δήθεν αποτελεί διαπραγματευτικό «ατού», «επιχείρημα» το οποίο εκπέμπεται παντοιοτρόπως από την κυβέρνηση, φανερώνει το αδιέξοδό της: επικαλείται ένα πλεονέκτημα το οποίο είναι πρακτικό αποτέλεσμα και απόρροια της Συμφωνίας.
Ασφαλώς, η μη χρήση της συνταγματικής ονομασίας από την πρόσφατα εκλεγείσα πρόεδρο της Βόρειας Μακεδονίας αποτελεί κεφαλαιώδη παραβίαση του Συντάγματος της χώρας της. Ομως και η ελληνική κυβέρνηση, που προβάλλει (και ορθώς) το ζήτημα αυτό, δεν έχει η ίδια προχωρήσει σε μια εξίσου βάναυση παραβίαση του ελληνικού Συντάγματος, με την ακύρωση στην πράξη του άρθρου 16 περί του αποκλειστικά δημόσιου χαρακτήρα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης;
*(Ph.D)2, καθηγητής Ιατρικής Φυσικής – Υπολογιστικής Ιατρικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης
