«Οπου κι αν ταξιδέψω, η Ελλάδα με πληγώνει». Ο Σεφέρης για μια άλλη Ελλάδα. Κι όμως σημερινή, αδύναμη να ξεπεράσει τις αδυναμίες της, να δει μέσα βαθιά στην αλήθεια. Η ιστορία, η ελπίδα και ο αναπόφευκτος φόβος του αύριο. Και συ περνάς μέσα από την πόλη, αέρας που αν φύγεις κανείς δεν θα σε θυμάται. Τα νέα παιδιά που ονειρεύονται το αύριο, οι ηλικιωμένοι που θα φύγουν πριν από εσένα. Οι δρόμοι που θα αλλάξουν και τα σπίτια που θα γκρεμιστούν και θα χτιστούν ξανά.
«Σ’ όλους τους τόπους κι αν γυρνώ, μόνο ετούτον αγαπώ!» Ο Ελύτης που δόξασε κάθε τόπου σπιθαμή, τον ήλιο, τη θάλασσα, τα μικρά και τα μεγάλα νησιά, τις πέτρες και τις χρυσές ελιές. Μια Ελλάδα φωτεινή και σκοτεινή, νέα και αρχαία. Εσύ, τις λίγες μέρες ξενοιασιάς -ανάμικτης με τη θλίψη των περασμένων και των επικείμενων.
Αγώνας καθημερινός, μέρες ανάπαυσης, πραγματικής και ουσιαστικής, λίγες. Πώς να αποστραγγίσεις τη λάσπη και τη στάχτη; Πώς να γεμίσεις τις στέρνες της ψυχής με νερό καθαρό, διαυγές, νόστιμο; Για να ξεδιψάς όταν ο καύσωνας σε καίει και να ξεπλένεσαι όταν το μυαλό αρρωσταίνει από την ασχήμια;
Στρέφεσαι στον Γκάτσο και στην Αμοργό: «Μόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις/ Πρέπει στο αίμα να βουτηχτείς πριν ο καιρός σε προφτάσει/ Και να διαβείς αντίπερα να ξαναβρείς τους συντρόφους σου/ Ανθη πουλιά ελάφια/ Να βρεις μίαν άλλη θάλασσα μίαν άλλη απαλοσύνη/ Να πιάσεις από τα λουριά του Αχιλλέα τ’ άλογα/ Αντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις/ Τον ποταμό να λιθοβολείς όπως η μάνα του Κίτσου./ Γιατί κι εσύ θα ’χεις χαθεί κι η ομορφιά σου θα ’χει γεράσει».
Βγαίνεις να περπατήσεις. Ο αέρας και η κούραση του σώματος κάνουν καλό. Να κινείσαι, να σκάβεις, να ξεβοτανίζεις, να ποτίζεις, να φυτεύεις, να ράβεις, να πλέκεις, να μαγειρεύεις. Να βάλεις τον νου σε κίνηση, συγκροτημένη, μεθοδική, να μπει σε σειρά και τάξη. Για να πάρει μπρος, να πάει πέρα, πιο πέρα, πιο μακριά, πιο βαθιά. Για να αντισταθεί στη βολή και τη συνήθεια, στον θάνατο τον αργό.
Και μετά έρχεται ο Λειβαδίτης και σε ξυπνάει: «Κι αν έφτασα τόσο μακριά, ήταν για να μην ακούσω που δε μου αποκρίθηκαν/ κι αχ, πλανήθηκα πολύ σε δρόμους, ακολουθώντας τούτο ή εκείνο, κληρονόμος μιας ανεξήγητης ώρας: τότε που όλα θα εξηγηθούν,/ ……χωρίς λόγια ή και χωρίς να υπάρχουμε καν — όταν, τέλος, ξαναγύρισα η πόλη είχε λεηλατηθεί, τα βαγόνια αναποδογυρισμένα,/ ……η εξέγερση ήταν πια παρελθόν κι όσοι απομέναν όρθιοι πυροβολούσαν ακόμα/ για ένα φτωχό έπαθλο στα υπαίθρια σκοπευτήρια».
Η μέρα έχει μπροστά της ώρες, πολλές, αλλά και λίγες για όσα θέλεις να κάνεις, για όσα θα έπρεπε να κάνεις, για ό,τι χρωστάς και σου χρωστάνε, η ζωή και οι άλλοι. Θα πέσεις ξανά στο κρεβάτι αργά, νωρίς θα ξυπνήσεις για τον αέναο αγώνα του «καθεμέρα». Βαρύ είναι το κολάζ στον πίνακα της ζωής, πολύχρωμο και χαώδες. Πότε όμορφο, πότε ονειρικό, αλλά και σκληρό, και αγωνιώδες. Κι εσύ ψάχνεις τα ελάχιστα καθαρά, λευκά σημεία του χαρτιού, που δεν λερώθηκαν ή δεν στολίστηκαν βαριά, για να σταθείς και να ν’ ατενίσεις το αύριο. Δύσκολη προσπάθεια.
Και πάλι έρχεται η «Αμοργός», τόσο απλή, τόσο αληθινή, συμπύκνωμα της ζωής, για την οποία παλεύεις:
«Δεν ωφελεί το παράπονο/ Ιδια παντού θα ’ναι η ζωή με το σουραύλι των φιδιών στη χώρα των φαντασμάτων/ Με το τραγούδι των ληστών στα δάση των αρωμάτων/ Με το μαχαίρι ενός καημού στα μάγουλα της ελπίδας/ Με το μαράζι μιας άνοιξης στα φυλλοκάρδια του γκιώνη/ Φτάνει ένα αλέτρι να βρεθεί κι ένα δρεπάνι κοφτερό σ’ ένα χαρούμενο χέρι/ Φτάνει ν’ ανθίσει μόνο/ Λίγο στάρι για τις γιορτές λίγο κρασί για τη θύμηση λίγο νερό για τη σκόνη…»
