Σ’ αυτή τη «Λυσιστράτη» ο Σταμάτης Κραουνάκης φαίνεται ότι ενστάλαξε όλο το ταλέντο, τη γνώση του και το συναίσθημα.
Τις θέσεις του για την πολιτική και τους πολιτικούς, για τα αρσενικά-πατριάρχες και για τις γυναίκες-πρότυπα. Το πιο αντιπολεμικό έργο του Αριστοφάνη με πρώιμα στοιχεία φεμινισμού, ένα απόλυτο θεατρικό φετίχ που δεν έπαψε να ανεβαίνει ξανά και ξανά, υφαίνει με δικά του στοιχεία ο Κραουνάκης σε μια δοξαστική παράσταση που, απ’ ό,τι φαίνεται, θα μας συναρπάσει και θα μείνει εσαεί.
Με το αυτί στραμμένο στη μουσική και το μάτι εστιασμένο στους ηθοποιούς, ο Σταμάτης παρακολουθεί την πρόβα. Προτείνει μια μικρή αλλαγή στη χορογραφία, ζητάει να διορθώσουν τη μουσική λεπτομέρεια που μόνο εκείνος καταλαβαίνει ότι ξέφυγε, δίνει εύσημα, λοξοκοιτάζει, μειδιά, αντιλαμβάνεται ποιος άργησε έστω και λίγα λεπτά, πετάει μια ατάκα για να χαλαρώσουν μουσικοί, ηθοποιοί, τραγουδιστές και μας υποδέχεται ανοίγοντας την αγκαλιά του. «Ελα να δεις τι κάνουμε», μου λέει και με καθίζει δίπλα του. Πληθωρικός και αεικίνητος, μοσχομυρίζει όπως πάντα, έχει δίπλα του πακέτα με τσιγάρα, ένα κλωνί με ανθισμένη ρίγανη και ορθάνοιχτη την πελώρια καρδιά του, για να δώσει και να λάβει.
Λίγο πριν από την πρεμιέρα στο Ηρώδειο στις 12-13 Ιουνίου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, όλοι δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους, δουλεύουν με ομαδικό πνεύμα για την παράσταση που θα μας συστήσει τη «Λυσιστράτη» διά χειρός Σταμάτη Κραουνάκη. Στο τρίτο υπόγειο της Στέγης, νιώθουμε τον διονυσιακό χαρακτήρα μιας επίκαιρης, διεισδυτικής Λυσιστράτης σε δικό του κείμενο, σκηνοθεσία και μουσική, φυσικά. Μια λαϊκή όπερα, μια κωμωδία με ανατροπές, με απρόσμενες συγκινήσεις, με χαρά που κάνει «βουτιά στην ψυχή» και αφορά τον σύγχρονο άνθρωπο.
Πολλοί οι συνοδοιπόροι στο τολμηρό εγχείρημά του, μαζί του και η «Εφ.Συν.» χορηγός στην έκδοση του προγράμματος που περιλαμβάνει εξ ολοκλήρου το κείμενο που έγραψε ο ίδιος.

● Με αφετηρία το αριστοφανικό κείμενο θα δούμε τη «Λυσιστράτη» αλλιώς. Μια λαϊκή όπερα με τη μουσική να παίζει καθοριστικό ρόλο και το παρελθόν να συνομιλεί με το σήμερα. Πώς συλλάβατε την ιδέα του έργου;
Η μουσική είναι ο πυρήνας της παράστασης στην οποία βλέπουμε τη Λυσιστράτη από μέσα, θα έλεγα. Είναι κάτι που κουβαλάω και θέλω χρόνια. Η ιδέα γεννήθηκε τη δεκαετία του ’90, μια Πρωτοχρονιά στους Δελφούς βλέποντας το Γαλαξίδι να καθρεφτίζεται στο νερό. Τότε έφαγα το κόλλημα και έγραψα το πρώτο λιμπρέτο. Είχε προηγηθεί βέβαια η «Λυσιστράτη» μας με τον Λάκη Λαζόπουλο, τη Λίνα Νικολακοπούλου και τον Ανδρέα Βουτσινά.
● Μεγάλη επιτυχία.
Μεγάλη επιτυχία και πολύ ξύλο.
● Από τους κριτικούς;
Χαμός. Ο συγχωρεμένος ο Γεωργουσόπουλος έγραψε ότι «αποπατώ σε όλη την ελληνική μουσική». Ημουν στο αεροδρόμιο της Καβάλας, πήρα εφημερίδες να διαβάσω τις κριτικές μετά το σουξέ και έκλαιγα με μαύρο δάκρυ.
● Η σημερινή παράσταση έχει κοινά στοιχεία με τη «Λυσιστράτη» του ’86;
Είναι εντελώς νέα δημιουργία. Εκτός από τα τέσσερα κομμάτια, τα τρία γνωστά τραγούδια σε στίχους της Λίνας, και το «Ολα γι αυτή την πόλη» σε στίχους του Λαζόπουλου, όλο το υπόλοιπο δύο ώρες παρά κάτι, είναι Σταμάτης. Μαζί με ψήγματα συνεργασίας σε μεγάλα σημεία με τον Γιώργο Χατζιδάκι.
● Επιστρέφετε ύστερα από τόσα χρόνια στη «Λυσιστράτη» με δικό σας κείμενο, σύνθεση και σκηνοθεσία…
Διδασκαλία θα το πω.
● H ευθύνη σαφώς είναι μεγαλύτερη. Αισθάνεστε ακροβάτης με δίχτυ προστασίας;
Ακροβάτης χωρίς δίχτυ αλλά με εξαιρετικούς συνεργάτες. Κατ’ αρχάς η Μαριλένα Μόσχου, η βοηθός μου στη σκηνοθεσία με έχει σώσει. Η ιδέα να συνεργαστούμε ήταν του Χρήστου Γεροντίδη, επίσης εξαιρετικός και συνεργάτης μου επί 25 χρόνια. Με τον μαέστρο μας τον Δημήτρη Ανδρεάδη, μεγάλο αστέρι, ξεκινήσαμε τη διδασκαλία του έργου λέξη λέξη και αυτό ήταν ωραίος οδηγός. Τώρα είμαστε σε καταπληκτική στιγμή. Επειτα έχω τη Λένα Ουζουνίδου. Είναι μεγάλη ηθοποιός. Ασε τη συνεννόηση. Θα έρθει πρώτη, θα φύγει τελευταία. Είναι πρωταγωνίστρια μόνο όταν παίζει. Σε όλα τ’ άλλα είναι σύνολο. Για να λειτουργείς έτσι πρέπει να είσαι σοβαρός με αυτό που κάνεις στη ζωή σου.
● Η σχέση σας με την αριστοφανική κωμωδία είναι παλιά. Ποια είναι η αφετηρία για ν’ αναμετρηθείτε με τη «Λυσιστράτη» σήμερα;
Ποτέ δεν με οδήγησε μια φιλοδοξία να κάνω κάτι. Πάντα ψάχνω πολύ, διαβάζω, ανατρέχω σε κείμενα, σε πηγές. Εδώ έχω τη φίλη μου την Ευανθία Στιβανάκη που έρχεται με δεκάδες βιβλία να δούμε λεπτομέρειες, αντιστοιχίες και χρόνους. Ρίξαμε πολλή δουλειά. Με τον Αριστοφάνη έχω διαρκή σχέση. Τον έχω καταπιεί. Τον έχω κατανοήσει. Ανακάλυψα ότι ξέρω πώς δουλεύει η μηχανή του και πιστεύω ότι μας παρέχει εργαλεία μάχης για πάντα. Εχω ασχοληθεί σχεδόν με όλα τα έργα του. Εκείνο που δεν πρόκειται να κάνω είναι «Ορνιθες» γιατί εκείνη η παράσταση είναι, για εμένα, αξεπέραστη. Ηταν μια τριανδρία υψηλών προδιαγραφών με τον Κουν στη σκηνοθεσία, τον Μάνο στη σύνθεση και τον Τσαρούχη στα σκηνικά και τα κοστούμια. Μεγαλούργησαν.
Το ενδιαφέρον είναι ότι στο φως που γεννήθηκαν αυτά τα κείμενα, ζούμε ακόμα. Η Ακρόπολη είναι εκεί. Ειδικά όσοι ζούμε στην Αττική το φέρουμε αυτό εκατό τοις εκατό. Κι εγώ είμαι γέννημα-θρέμμα αττικό παιδί. Στη σκηνή, που είναι διαχρονικό σουξέ του έργου, με τον Κινησία να προσπαθεί να πείσει τη Μυρίνη να γυρίσει σπίτι για να ερωτοτροπήσουν, εκείνη του λέει: «…μας βλέπει η Ακρόπολη, βρε Κινησία μου, γ’ι αυτό δεν σου έκατσα για την ουσία μου». Ε, αυτό θα ακουστεί σήμερα κάτω από την Ακρόπολη. Το βρίσκω μαγικό. Είναι σκηνή κορύφωσης, πολύ αστεία γραμμένη και παιγμένη. Σκίζουν Στέλλα Κρούσκα και Χρήστος Γεροντίδης.
● Η διαχρονία μας σ’ ετούτη τη γη. Η παράσταση πώς εξελίσσεται;
Εχω κρατήσει πολλά από τη μήτρα του έργου. Στο πρώτο μέρος η Λυσιστράτη έρχεται στην Αθήνα, υπέργηρη, για να πάρει ένα βραβείο για την ειρήνη, που δεν ήρθε ποτέ. Μ’ ένα ταγκό πηγαίνουμε στον 5ο π.Χ. αιώνα και τη βλέπουμε να περιμένει να μαζευτούν οι γυναίκες. Στη διασκευή μου είναι μια Ινδή, μια Μπαμπούσκα από τη Ρωσία με βότκα, τρεις Λιβαδειώτισσες με φουστανέλες που έχουν να κάνουν σεξ πολύ καιρό, η Λαμπιτώ και η Κλεονίκη τις οποίες παίζουν υπέροχα η Αργυρώ Καπαρού και η Σοφία Κουνιά, αντίστοιχα.
● Πώς ανακαλύψατε την Κουνιά;
Εφαγα φλασιά. Είμαι φαν της «Σπασμένης Φλέβας». Είναι από τις καλύτερες ταινίες που έχουμε δει μέχρι σήμερα. Ο Βασίλης Μπισμπίκης καταπληκτικός, για Οσκαρ. Ο Γιάννης Οικονομίδης τοπ για μένα, θεός, ό,τι καλύτερο έχουμε αυτή τη στιγμή. Εδώ είναι πολύ ώριμος. Υπάρχει και κάτι πολύ σοβαρό και προσωπικό που με έφερε κοντά στην ταινία. Ηταν η ιστορία του πατέρα μου. Με διέλυσε (σ.σ. βουρκώνει). Εκεί είδα τη Σοφούλα. Βολόδερνα ποια θα παίξει την Κλεονίκη. Το καστ έγινε, σχεδόν, εκ Θεού.
Ολοι οι συνεργάτες είναι ένας κι ένας. Εχουμε μαζί μας τον Takis που διαπρέπει στο εξωτερικό και δημιούργησε τα κοστούμια και ένα μίνιμαλ σκηνικό. Ο Κώστα Σπανάκης που έφτιαξε την αφίσα είναι Χανιώτης ζωγράφος. Νόμιζα ότι κάνει γκράφιτι αλλά είναι ζωγραφάρα. Υπήρξαν πολλοί άνθρωποι και πολλές ευνοϊκές συνθήκες που γέννησαν και δημιούργησαν την παράταση. Ολοι δέχτηκαν να πάρουν τα ίδια χρήματα και να δώσουν περισσότερο χρόνο. Η Στέγη μάς παραχώρησε τον χώρο για να κάνουμε τις πρόβες και βέβαια η «Εφημερίδα των Συντακτών» που ανέλαβε να μας τυπώσει το πρόγραμμα.

● Το πέρασμα στη σύγχρονη εποχή πώς γίνεται;
Στο δεύτερο μέρος στεκόμαστε σε σημαντικά γεγονότα του 20ού αιώνα. Ξεκινάει από την Κατοχή. Το μεγάλο χωρικό της σύγκρουσης ανδρών-γυναικών γίνεται στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το πέρασμα από το πρώτο στο δεύτερο μέρος γίνεται με τη Δήμητρα Γαλάνη ως θεά Αθηνά. Στο φινάλε του πρώτου μέρους λέει εξαιρετικά έναν ύμνο στην πόλη.
● Δυσκολευτήκατε να πείσετε τη Δήμητρα Γαλάνη ν’ αναλάβει τον ρόλο;
Ρωτούσε πολλά γιατί δεν θέλει, και έχει δίκιο, να πουν ότι κάνει την ηθοποιό. Ξανασυναντηθήκαμε στην ταινία του Αγγελου Φραντζή, «Ο Νόμος του Μέρφι», που είπε υπέροχα το «Αγκάλιασέ με». Κοίτα, είναι πολύ ωραία στιγμή μου με τη Δήμητρα. Εχουμε σοβαρή επικοινωνία και της γράφω κάποια πράγματα. Η Δήμητρα έχει όλη την ηθοποιία στη φωνή (σ.σ. μου τραγουδάει ο ίδιος) «Χαίρε πέτρα συνώνυμη, χαίρε πέτρα μου γόνιμη. Χαίρε κέντρο των λαών, χαίρε η αρμονία, χαίρε και εσύ γυναίκα αιωνία». Την ακούω και λιώνω. Είναι μεγάλη. Ερχεται στην πρόβα με το κιθαράκι της, σεμνή, κάθεται με τον μαέστρο να πάνε νότα νότα τα μέτρα. Είναι υπέροχη. Είναι δώρο.
● Είναι σημαντικό να έχεις τέτοιους συνοδοιπόρους στη ζωή και στην τέχνη.
Ναι, μεγάλο δώρο. Αλλά μη νομίζεις. Κάθομαι ήσυχος για να συμβαίνει και ας είμαι θορυβώδης. Το επικαλούμαι, το περιμένω, το δουλεύω.
● Ενεργειακά;
Ναι.
● Το ζητάτε και άνωθεν;
Ναι, «ζητήσατε και θα σας δοθεί». Είμαι πολύ μέσα σ’ αυτό.
● Οι σύγχρονοι πόλεμοι που μαίνονται αυτή τη στιγμή έχουν θέση στην παράσταση;
Υπάρχει αναφορά στο τέλος. Οι πόλεμοι που γίνονται είναι για να μειωθούν οι πληθυσμοί και να αναμορφωθεί το οικονομικό γίγνεσθαι. Να βρίσκουμε ανθρώπους να δουλεύουν πιο φτηνά και να βάζουμε στην άκρη πιο πολλά. Λέω και ξαναλέω ότι στην πολιτική πλακώνονται μεταξύ τους οι αντίπαλοι. Τη βάση που μοιράζει το χρήμα δεν την πειράζει κανείς. Η Λυσιστράτη λέει στο τέλος: «Ο πόλεμος πάτερ ημών και η γη η Αγία».
● Τι θέλετε να βιώσει το κοινό;
Να ευχαριστηθεί, να γελάσει, να συγκινηθεί, να αισθανθεί ότι συμμετέχει σε κάτι συλλογικό, ότι ζει μια γιορτή. Ως δημιουργός δεν θέλω να κατρακυλήσουμε στο χοντροκομμένο, στην υπερβολή. Αυτή την ικανότητα την έχω από τα γεννοφάσκια μου και την υποστηρίζουν όλοι οι ηθοποιοί. Υπάρχουν κάποια σημεία που ακούγεται ένα «χμμμμμ», ένας λυγμός, χωρίς να φύγει δάκρυ. Η οδηγία μου πάντα είναι, δεν θέλω να κλάψετε εσείς αλλά το δάκρυ να βγει από το κοινό.
● Ποια είναι η κινητήριος δύναμη της δημιουργίας σας;
Η σιγουριά ότι ήρθα στη ζωή γι’ αυτό που κάνω. Δεν είχα άλλο λόγο. Και μάλλον καλούτσικα μας πήγε (γέλια).
● Η γενναιοδωρία σας με τους ανθρώπους εκπορεύεται από την αριστερή ιδεολογία σας ή από το σπίτι σας;
Δεν πρόλαβε η αριστερή ιδεολογία να με βουτήξει από μικρό. Αριστερός έγινα από τον τρόπο που ζω, όχι επειδή ήμουν σε κόμμα. Από τους γονείς μας εκπορεύεται. Ετσι ήμασταν πάντα στο σπίτι και κακομάθαμε (γελάει τρανταχτά) αλλά αυτό μας βγήκε σε καλό. Μπαμπάς ΚΚΕ, φίλοι με τον Μίκη, εκείνος τον στρατολόγησε στη Νέα Σμύρνη. Μαμά λίγο συντηρητικούλα, γέρος Παπανδρέου.
● Και η σχέση σας με την ορθόδοξη παράδοση;
Καλλιεργήθηκε από τη μάνα. Εκκλησία πολλή, αλλά και αυτή κάπως. Εξ αφορμής της μάνας μου μελέτησα τα Ευαγγέλια, τα κείμενα, τις πράξεις των Αποστόλων, τους εξαιρετικούς ύμνους που είναι αριστουργηματικά ποιήματα πυκνότητας και ουσίας. Εχω μελοποιήσει το Φως Ιλαρόν για χορόδραμα της Σοφίας Σπυράτου.
● Ο Αλέξης Τσίπρας πώς σας έπεισε να γράψετε μουσική για το καινούργιο κόμμα;
Αρχισε τρελό κουτσομπολιό μ’ αυτό. Είμαστε προσωπικοί φίλοι με τον Αλέξη και αυτό δεν έχει σχέση με το κόμμα. Μου ζήτησε να του γράψω τη μουσική. Κάτσαμε με τον Δημήτρη Ανδρεάδη και φτιάξαμε αυτό που ακούσατε. Ουδέν έτερο.
