Επανέρχομαι μ’ ένα ακόμα σημαντικό θεατρικό έργο του Βρετανού συγγραφέα Πάτρικ Χάμιλτον. Ο «Βρόχος» γράφτηκε το 1929, έχει πηγή έμπνευσης μια αληθινή ιστορία και γυρίστηκε ταινία από τον Αλφρεντ Χίτσκοκ («Rope», 1948).
Κι αυτή την ταινία την είδα σε επανέκδοση κάποια χρόνια αργότερα. Κι εδώ συνέβη ό,τι με «Το φως του γκαζιού». Είδα μια ταινία δωματίου, χωρίς ιδιαίτερη εξωτερική δράση, διαφορετική από όσες ταινίες του Χίτσκοκ είχα δει μέχρι τότε. Συνειδητοποίησα αμέσως ότι αυτή την ταινία δεν θα την ξεχνούσα εύκολα. Ομως δεν μπορούσα να καταλάβω ακόμα τη σημασία που θα είχε αργότερα στη ζωή μου.
Δύο νεαροί σπουδαστές, ο Μπράντον και ο Φίλιπ, πνίγουν μ’ ένα σχοινί τον συμφοιτητή τους Ντέιβιντ, κρύβουν το πτώμα του μέσα σ’ ένα μπαούλο και προσκαλούν σ’ ένα κοκτέιλ τους συγγενείς και φίλους του νεκρού (τον πατέρα, τη θεία του, τη μνηστή του κι έναν συμμαθητή του), ενώ το μπαούλο με το πτώμα δεσπόζει στο σαλόνι του σπιτιού!
Ο πιο σημαντικός από τους καλεσμένους τους, που καταφτάνουν περιμένοντας τον εορτάζοντα Ντέιβιντ, είναι ο καθηγητής τους, Ρούπερτ Καντέλ. Ο Μπράντον τον έχει προσκαλέσει σ’ ένα μακάβριο παιχνίδι πρόκλησης. Θα αντιληφθεί τι έχει συμβεί, θα επιδοκιμάσει αυτόν τον φόνο χωρίς αιτία;
Οχι ακριβώς χωρίς αιτία. Ο Μπράντον και ο Φίλιπ σκότωσαν γιατί έχει πλάκα! Και γιατί ανεβάζει την αδρεναλίνη. Και γιατί, διαστρέφοντας τα ευφυολογήματα του καθηγητή τους περί του φόνου ως «έργου τέχνης», θεώρησαν ότι οι ίδιοι μπορούσαν να το κάνουν. Είχαν το δικαίωμα ως «ανώτερα» όντα να αφαιρέσουν τη ζωή ενός «κατώτερου»!
Τι διαχρονικά αλλά και πόσο επίκαιρα θέματα μέσα σ’ ένα ψυχολογικό θρίλερ! Η συνεχώς αυξανόμενη επιθετικότητα κάποιων νέων που γυρίζουν, δέρνουν, σκοτώνουν κιόλας… φαινομενικά χωρίς αιτία. Αν και πάντα υπάρχουν οι αιτίες. Απωθημένες επιθυμίες και ματαιώσεις, δυσλειτουργικές οικογένειες, ακραίες κοινωνικές ανισότητες, μειωμένη ή μηδαμινή αυτοεκτίμηση που «θεραπεύεται» μέσα από την ένταξη σε ομάδες (από αθλητικές έως επικίνδυνες πολιτικά: ρατσιστικές, ομοφοβικές, φασιστικές)…
Θλίβομαι κάθε φορά που διαβάζω κριτικές για την ταινία που την περιορίζουν σ’ ένα καθαρά τεχνικό επίπεδο. Ναι, είναι η πρώτη έγχρωμη του Χίτσκοκ. Ναι, είναι η μοναδική σε φιλμ που γυρίστηκε σε μονοπλάνα των 10 λεπτών που δίνουν την εντύπωση ενός μονάχα. Ωραία. Χίτσκοκ είναι αυτός! Αλλά το νόημα, η ουσία για να δικαιωθεί αυτό το τεχνικό επίτευγμα και ως μορφή, γιατί συνήθως αγνοείται;
Από την ταινία, καθηγητής πλέον, πήρα κι εγώ το μάθημά μου. Κάθε φορά στην τάξη που μιλάω για σκοτεινές ή ακραία βίαιες ταινίες, θυμάμαι τον Ρούπερτ Καντέλ και προσπαθώ να είμαι απόλυτα σαφής, χωρίς αφορμές για παρερμηνείες: μιλάμε για τα σκοτάδια της ψυχής όχι για να γοητευτούμε από αυτά αλλά για να τους χαρίσουμε λίγο φως.
* Σκηνοθέτης, διευθυντής Film Studies BA, MA New York College, Athens, University of Greenwich, UK
