Της Χρύσας Φάντη
Στο βιβλίο του Θάνου Σταθόπουλου Η πρόσληψη τροφής, η εμπειρία ενηλικίωσης σφραγίζεται από μια πολύτροπη λογοτεχνική και βιωματική νέκυια. Η εναρκτήρια φράση «κοιμήθηκα ελάχιστα τη δεκαετία του ’80», σε αντιπαραβολή με τον ύπνο ως μεταφορά της αδράνειας ή της άγνοιας, υποδηλώνει μια στάση που βιώνει την εποχή της με οξύτητα. Πρόκειται για μια υπερ-έκθεση που όμως δεν οδηγεί σε ανάλωση, καθώς ο αφηγητής φροντίζει παράλληλα να διατηρεί μια «απόσταση ασφαλείας»: «Είχα τον χρόνο μου, το γραφείο μου, εννοώντας με αυτό το κουκούλι μου, τον κήπο, τον ουρανό και τον λάκκο μου, όπου ζούσα σοβαρός και ερεθισμένος».
Από αυτή τη θέση η εμπειρία του ταυτίζεται με ένα είδος εγρήγορσης που μετατρέπει την απλή παρατήρηση σε εσωτερική ανάπλαση και δημιουργία. Η αντίφαση «σοβαρός και ερεθισμένος» αποδίδει εύστοχα τη φύση αυτής της εγρήγορσης, αλλά και της ίδιας της δημιουργίας (πειθαρχία/ έμπνευση-συγκέντρωση/ ανησυχία). Η επιθυμία του «να μπει στο νερό» παραπέμπει σε διονυσιακή παρόρμηση αυτοεγκατάλειψης, την οποία ωστόσο συγκρατεί η συνείδηση.
«Ασκήθηκα στη σιωπή, την απόσπαση, την προσευχή, την ελάττωση και την πύκνωση. Υπερασπίστηκα τη μοναξιά μου και την ελευθερία μου. […] Η μελαγχολία μου δεν μ’ εγκατέλειψε ποτέ». Η αυτονομία του είναι συνειδητή επιλογή, αλλά η φράση «η μελαγχολία μου δεν μ’ εγκατέλειψε ποτέ» υπονομεύει κάθε πιθανό εξωραϊσμό της. Η αφιέρωση του βιβλίου του στη μνήμη της Κούλας Σαββίδου (1956-2026) και οι βιωματικές αναφορές στους εκλιπόντες Νίκο Αλεξίου, Ευγένιο Αρανίτση, Ηλία Λάγιο, Μιχάλη Κατσαρό, Κωστή Παπαγιώργη, Κώστα Ταχτσή, Νίκο Καρούζο, Τάσο Δενέγρη -και όχι μόνο- αποτελούν εκτός από έμμεσο αυτοπροσδιορισμό κι ένα σημαίνον δείγμα ένταξης σε μια εμβληματική λογοτεχνική γενεαλογία. Σε αυτό το πλαίσιο, η παρεμβολή εκτενών διακειμενικών αποσπασμάτων (γαλλικά, αγγλικά, ποιητικά και φιλοσοφικά θραύσματα) συνιστά οργανικό στοιχείο όχι μόνο της αφήγησης αλλά και του ίδιου του υποκειμένου, που ψάχνει την ταυτότητά του μέσα σε ένα πολυφωνικό πεδίο αναφορών.
Η πρώτη συνάντησή του με τον Μάνο Χατζιδάκι («έδωσα εξετάσεις») και η πενταετής μαθητεία στο πλάι του εκλαμβάνονται ως «θαύμα» που σφραγίζει τη ζωή, τη σκέψη, το συναίσθημα, την τέχνη του. Η φράση «επινόησα τον εαυτό μου» ανάγεται σε μια νεωτερική παράδοση όπου το υποκείμενο δεν θεωρείται δεδομένο αλλά κατασκευασμένο, ενώ και η ίδια η φύση της επινόησης προϋποθέτει «άσκηση» σε πολλαπλά επίπεδα: κοινωνικό, αισθητικό, ερωτικό, υπαρξιακό. Οι νουθεσίες του Χατζιδάκι τού δημιουργούν βαθιά δυσπιστία απέναντι στις θεσμικές μορφές εξουσίας. Η προτροπή «σκότωσε τους γονείς σου μέσα σου» σε συνδυασμό με την άρνηση της κομματικής πολιτικής γίνονται το προσωπικό μανιφέστο του.
Πρόκειται για έναν κώδικα ηθικής και αισθητικής που δίνει έμφαση στην ελευθερία αλλά και στην αυτοκριτική και στην αυστηρότητα: «Ο απόηχος της δεκαετίας του ’60 δεν έπαψε ποτέ να βουίζει στ’ αυτιά μου: το ροκ, η αμφισβήτηση, το αίτημα και το πνεύμα της ελευθερίας, η αυτονομία και η αυτοδιάθεση, τα κινήματα, τα ρεύματα, η πρωτοπορία, η υπέρβαση των ορίων, ο πειραματισμός και η σεξουαλική επανάσταση μ’ έσερναν απ’ τη μύτη. Δεν ήμουν ο μόνος».
Στα ίχνη του προηγούμενο βιβλίου του, Η διασκευή του εαυτού μου στις 06:30 (2023), το παρόν, δέκατο λογοτεχνικό βιβλίο του Σταθόπουλου αποτελεί μια προσωπική λογοτεχνική ανάκληση με κεντρικούς άξονες το «πένθος» και την «επινόηση του εαυτού»∙ ένα αυτοαναφορικό, sui generis κείμενο υπαρξιακής συμπύκνωσης και λογοτεχνικής αποτίμησης. Παρά τη λόγια μορφή του και μια ελλειπτική γραφή που προϋποθέτει εξοικείωση στον υπαρξιακό στοχασμό, διατηρεί ακέραια τη συναισθηματική του ένταση.
