Xωρίς την έρευνα και το πείραμα, τη δοκιμή, τον έλεγχο οι επιστήμονες δεν υφίστανται, αυτό όμως απαιτεί κόπο και δεσμεύσεις αφόρητες σχεδόν, αφού καλούνται κάθε στιγμή να αποδείξουν πως αυτά που ανακαλύπτουν και προτείνουν είναι αληθή και φέρνουν καλά στην ανθρωπότητα. Μένει όσοι δεν είμαστε επιστήμονες να τους εμπιστευόμαστε, δίχως τσιριμόνιες μάλιστα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι επιστήμονες έχουν λόγο στην όλη πραγματικότητα, η οποία πολλές φορές τούς είναι απόμακρη και ξένη, μια και δεν πολυσυμμετέχουν στις αναρίθμητες εκφάνσεις της – ούτε βέβαια μπορούν να έχουν γνώμη για τις εκρηκτικές ύλες που κυκλοφορούν αδέσποτες στα σπλάχνα και πολλάκις αναζητούν την έξοδο για να μην εκραγεί ο καθένας που δονείται από αυτές. Η έξοδος γίνεται με τη βοήθεια των καλλιτεχνών, των δημιουργών καλύτερα, που με το έργο τους προσπαθούν να ρίξουν φως και να τιθασεύσουν αυτό το εκρηκτικό «μέσα» μας. Αφήνουμε κατά μέρος ψυχολόγους και ψυχίατρους διότι μας μπερδεύουν περισσότερο με τις θεωρίες τους και τις υποθέσεις τους.
Η έξοδος δεν είναι εύκολη υπόθεση – απαιτεί βυθομέτρηση, εισδοχή σε ομίχλες και όχι πειράματα με ύλη. Μόνο έτσι ξεμυτίζει η τέχνη, από τσουρουφλισμένους ανθρώπους, ας είναι και απλοί [ούτε επιστήμονες ούτε δημιουργοί]. Αυτή την είσοδο στους μυχούς δεν την επιχειρούν πολλοί βεβαίως, γιατί πώς να αντικρίσεις την άβυσσο, με τι σθένος και αποφασιστικότητα;
Θέλω να πω, για να μην υπάρξει σύγχυση, ότι ο καθένας από εμάς είναι δυνάμει δημιουργός, αρκεί να έχει το θάρρος να αναμετρηθεί με το άγνωστο, με τον θυμό, με τον πόνο και τον ενθουσιασμό και την οργή και το μίσος, με όλα αυτά που μας τυραννάνε και μας αποκόπτουν από τη σύνολη γνώση των ανθρώπινων. Για να αναμετρηθεί κανείς με όλα αυτά οφείλει να γνωρίζει και να σέβεται τους γνήσιους επιστήμονες, τους θαρραλέους δημιουργούς, να συγκεράσει τον λόγο με τον θυμό.
Ναι, δεν ανατέμνουμε όλοι την ανθρώπινη ψυχή ή νομίζουμε πως το κάνουμε, οδηγούμενοι όμως σε σκοτεινά σημεία της ψυχής, χωρίς να καταφέρνουμε να δούμε έστω μία χαραμάδα φωτός λυτρωτικού ή κατευναστικού. Γι’ αυτό και πολλές φορές το σώμα αντιδρά σπασμωδικά, τυλιγμένο σε σκότος, γι’ αυτό οι μύες δεν υπακούν στη φυσιολογία και τη γαλήνη, αλλά στην ταραχή και σε άγνωστα κεραυνοβολήματα, τα οποία ούτε που υποψιαζόμαστε ότι υπάρχουν και μας επηρεάζουν. Ο οργανισμός αρέσκεται να ψεύδεται όταν είναι αχειραγώγητος και ασύδοτος. Κάπως πρέπει να ελεγχθεί ο οργανισμός εντούτοις [το σώμα εννοείται ολάκερο]. Για τούτο είναι απαραίτητοι και οι επιστήμονες και οι άνθρωποι της τέχνης – περισσότερο όμως χρειάζεται να θυμόμαστε τον Ηράκλειτο που έλεγε το εξής απλό: εδιζησάμην εμεωυτόν, αναζήτησα τον εαυτό μου.
