Υπάρχει η πληθωριστική χρήση της γλώσσας, που αφαιρεί από τον λόγο την ακρίβεια, αλλά του χαρίζει ένταση. Εμείς οι Ελληνες διαπρέπουμε σ’ αυτήν, λέμε «σκάω» όταν εννοούμε «ζεσταίνομαι», «ξεπάγιασα» αντί «κρυώνω», «έχω άπειρο χρόνο» αντί «προλαβαίνω».
Υπάρχει η μινιμαλιστική χρήση της γλώσσας, όταν δεν μιλάμε σχεδόν καθόλου.
Ο Σαρτρ στους «Δρόμους της Ελευθερίας» επικρίνει -με ένα είδος θαυμασμού, όμως, που δεν θέλει να κρύψει- τη χρήση αυτή, λέγοντας πως η γλώσσα δεν είναι φτιαγμένη για να αναγγέλλει μόνο σημαντικά γεγονότα, πολέμους ή κηδείες, για παράδειγμα.
Ανάμεσα στα δύο αυτά άκρα, η καθημερινή χρήση της γλώσσας υπόκειται σε διάφορους κανόνες: λέμε ό,τι πρέπει να πούμε, όταν πρέπει, όπως πρέπει.
Ολα αυτά τα πρέπει δεν είναι ίδια για όλους˙ εξατομικεύονται ανάλογα με τον ρόλο και τον στόχο του καθενός. Ετσι, δημιουργείται ένα πολυσύνθετο σύστημα καθωσπρεπισμού της γλώσσας κι ένα σύστημα κοινωνικού ελέγχου για την παραβίαση των γλωσσικών πρέπει του καθενός.
Με λίγα λόγια, υπάρχουν πράγματα που λέγονται και πράγματα που δεν λέγονται.
Αυτά που δεν λέγονται εντάσσονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: η πρώτη περιλαμβάνει αυτά που «δεν τα λες ούτε του παπά», για να αποφύγεις το κακό μάτι. Είναι μια πολύ συμπαθητική κατηγορία που περιλαμβάνει μόνο καλά πράγματα.
Μεγάλη τύχη, ευτυχία, απροσδόκητη επιτυχία, τέτοια. Η δεύτερη κατηγορία επιτάσσει την τήρηση της εχεμύθειας -δεν λες αυτά που έχεις υποσχεθεί ότι δεν θα πεις- και την τήρηση των κανόνων του παιχνιδιού – δεν λες κάτι γιατί δεν το επιτρέπει η θέση σου.
Σε αντίθεση με την πρώτη, η δεύτερη κατηγορία δεν είναι σαφής και ξεκάθαρη.
Δεν είναι πάντα βέβαιο αν το κριτήριο της εχεμύθειας ή της τήρησης των κανόνων υπερισχύει άλλων εξίσου σημαντικών κριτηρίων, όπως π.χ. το κριτήριο της ελευθερίας του λόγου.
Για να λύσει αυτό το πρόβλημα η κοινωνία έχει θεσπίσει την ομερτά και το απόρρητο. Και τα δύο είναι υποσχέσεις σιωπής, σε διαφορετικές συνθήκες το καθένα.
Με όσα πράγματα λέγονται, δηλαδή όλα όσα δεν προσκρούουν στην ομερτά και στο απόρρητο, η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο πολύπλοκη. Εδώ, κάθε τι που θα πεις πρέπει να ζυγίζεται έτσι ώστε να μην μπορεί να στραφεί εναντίον σου, να σε ωφελεί και να ακούγεται ευχάριστα στους άλλους.
Ετσι δημιουργούνται οι λέξεις-ταμπού, αλλά και τα στρογγυλεμένα λόγια ή τα κατά συνθήκην ψεύδη, που μας επιτρέπουν να ξεφεύγουμε από όλους αυτούς τους σκοπέλους.
Αν βαριέσαι να πας σινεμά με τους φίλους σου, δεν λες ότι βαριέσαι -ταμπού˙ θα μετράει εναντίον σου και θα δυσαρεστήσει τους άλλους-, λες ότι έχεις δουλειά ή πυρετό. Ούτε γάτα ούτε ζημιά. Το ζήτημα της ειλικρίνειας που θίγεται από μια τέτοια επιλογή γίνεται όλο και περισσότερο ψιλά γράμματα σε μια σύνθετη κατάσταση ισορροπιών όπως η παραπάνω.
Οταν σ’ αυτά προσθέσει κανείς και το ζήτημα της ερμηνείας, τότε οι πιέσεις γίνονται πια ασφυκτικές. Η ερμηνεία δεν έχει να κάνει με αυτό που λέει κάποιος, αλλά με αυτό που ακούει ο άλλος.
Πας στη Γιουροβίζιον και τραγουδάς στον αγαπημένο σου να γυρίσει πίσω και οι άλλοι κρίνουν ότι παρακαλείς τους πιστωτές να σου δώσουν μια «τελευταία ανάσα». Οταν σε ερμηνεύουν κατά το δοκούν, παρεμβαίνει η λογοκρισία, το χείριστο μέσο ελέγχου αυτών που λες, και απλώς σου τα σβήνει.
Η καλύτερη άμυνα σ’ όλα αυτά είναι ίσως η προκλητική χρήση της γλώσσας, σαν του Βαρουφάκη όταν λέει ότι έχουμε και plan B και plan C για τον ΦΠΑ και με μια μονοκοντυλιά ισοπεδώνει το ταμπού που έχει καταστήσει την έννοια plan B συνώνυμη περίπου με την εσχάτη προδοσία ή με το πυρ το εξώτερον.
