Η επιστροφή στην κανονικότητα είναι μία λάθος έκφραση. Κανονικότητα για ποιους, κατασκευασμένη από ποιους; Είναι αλήθεια ότι πολλοί έχουμε τις βεβαιότητές μας και τις συνήθειές μας και σε αυτές θέλουμε να επιστρέψουμε – αυτό εννοούμε λέγοντας κανονικότητα και ας αδιαφορούμε για όλους εκείνους τους κανόνες που περιστέλλουν τα δικαιώματα των φτωχών και αλλοπαρμένων, των μειονοτικών, προσφύγων, γυναικών, παιδιών υπερήλικων, όλων των αδύναμων δηλαδή, που υφίστανται τη βία της «κανονικότητας».
Να μας λείπει μια τέτοια κανονικότητα, επιβεβλημένη από εξουσίες και άχαρες, μηχανικές συνήθειες. Ελα όμως που δεν κάνουμε χωρίς αυτές, έλα που μας έχουν πείσει ότι αυτό που ζούσαμε πριν ήταν και κάτι σαν ιδανικό και ότι φρόντισε γι’ αυτό η μαμά πατρίς, αυτή που, συνήθως, διοικείται από ανεπαρκείς ή αστόχαστους και επιπόλαιους πολίτες [πολίτες!].
Αλλά καθώς φαίνεται ούτε και αυτήν, την πρώην κανονικότητα, πρόκειται να τη συναντήσουμε ή να την ξαναφορέσουμε στην καθημερινότητά μας, με τόσες χαμένες θέσεις εργασίας και αμφίβολη την επαναλειτουργία πολλών μικρών επιχειρήσεων. Ασφαλώς κάτι πρέπει να γίνει αφού οι κάποτε συνδικαλιστές έχουν αυτοαναιρεθεί και αυτοεξευτελιστεί από τη δουλική προσήλωσή τους στις παρυφές ή και στο κέντρο της εξουσίας. Βέβαια πάντα η στραβή το βρίσκει το αρνί της [η κοινωνία έρχεται στα «ίσα» της] αλλά μπορεί αυτό και να είναι λυκοφαγωμένο ή με σπασμένα πόδια, όχι αρτιμελές τέλος πάντων. Και τότε αρχίζουν τα δύσκολα, τόσο για τον τσοπάνη όσο και για το ποίμνιο. Τα τραύματα δεν επουλώνονται όσο εύκολα νομίζουμε μερικοί, αμετανόητα αισιόδοξοι.
Είναι κι εκείνη η «ψυχολογία» που δεν λέει να ανεβεί ένα σκαλί στην κλίμακα της απεξάρτησης από περιττά καταναλωτικά προϊόντα, αν και πολλοί επανεκτίμησαν, καθώς ακούω να λένε, το μέγιστο που κρύβουν τα ελάσσονα, αυτά που τα προσπερνούσαμε με ψηλά τη μύτη – μια βόλτα σε ένα πάρκο, λ.χ., ή μια πεζοπορία στη γειτονιά ή στο κέντρο της πόλης ή μια βόλτα στη λαϊκή αγορά [κι ένα σωρό άλλα μικροπράγματα, που όμως βοήθησαν στο να μη σφιχτεί πολύ η ψυχή τις μέρες του αναγκαστικού αποκλεισμού].
Αναγκασμένος όλες αυτές τις ημέρες να ανεβοκατεβαίνω τη λεωφόρο Αλεξάνδρας κάθε μέρα, προσπαθούσα να βρω ένα παγκάκι στο μικρό άλσος, δεξιά όπως ανεβαίνεις για Αμπελοκήπους, να πιω λίγο νερό, να δροσιστώ στις κουτσουπιές που υπάρχουν εκεί μαζί με άλλα αττικά μικρά δέντρα. Λοιπόν ούτε μία φορά δεν μπόρεσα να βρω ένα παγκάκι άδειο – ήσαν εκεί όλα τα φύλα, όλες οι φυλές, όλες οι ηλικίες. Δεν το είχα ξαναματαδεί. Εκνευριστικό μεν, αισιόδοξο δε για την αξία του μικρού άλσους. Είπαμε, έπρεπε να μας «επισκεφθεί» [να μας επιτεθεί] ο ιός για να εκτιμήσουμε την αξία των μικρών πραγμάτων – τίποτα δεν είναι μικρό, όπως και τίποτα δεν είναι μεγάλο· εμείς είμαστε σε σύγχυση, ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες της «ευμάρειας», της επίπλαστης ελευθερίας, της «κανονικότητας» που θίξαμε.
