Μέρες τέτοιες, γιορτινές, δεν είναι πρέπον να θυμίζει κανείς την αδράνεια της κοινωνίας· αφενός γιατί είναι γενίκευση, αφετέρου γιατί έτσι γουστάρει η κοινωνία -και άμα γουστάρει η κοινωνία δεν χρειάζονται πολλά πολλά.
Της αξίζει κάτι καλύτερο της ελληνικής κοινωνίας, αυτό όμως πρέπει να το σχηματίσει μόνη της, να το μελετήσει, να το ερευνήσει, να το λειάνει πιθανώς, να του προσθέσει σκέψη, να το δοκιμάσει· δεν μπορούν όλα να είναι κατευθυνόμενα, να είναι εξουσιαστικά, να είναι ομοιόμορφα. Ασφαλώς δεν είναι η εποχή της ποίησης, κάτι ποιητικό εντούτοις οφείλει να εμφανιστεί.
Να έχει σχέση με την απλότητα και τον ξεριζωμό της αρχομανίας-απληστίας. Να διαψευστεί επιτέλους ο μέγας Θουκυδίδης [με λίγη προσπάθεια είναι δυνατόν να αλλάξει ο ψυχισμός του ανθρώπου]. Αμα δεν δοκιμαστεί κάτι πώς θα γίνει αποδεκτό;
Ενα τραγούδι, ένας χορός, μια μουσική σύνθεση, μια ζωγραφιά; Ας μην είναι νεωτεριστικά όλα τούτα, ας είναι ένας διαφορετικός τρόπος έκφρασης -να συμβαδίζει όμως με τον καιρό, να είναι απόρροια σκέψης και όχι χειραγώγησης, στοχασμού και όχι αλλοπρόσαλλης καινοτομίας.
Εχει να κάνει αυτό και με την πολιτική κατάσταση. Οι πιο απαισιόδοξοι αδυνατούν να δουν ένα νέο πολιτικό υποκείμενο, ικανό να δημιουργήσει [ξανα]προσδοκίες και αναταράξεις [ψυχική και νοητική ανάπαλση]. Μια νέα Αριστερά «ψάχνει» ο κόσμος -και πού να τη βρει; Οσο εκατομμύρια παιδιά πεθαίνουν από την πείνα στον πλανήτη, τι να σου κάνει και η Αριστερά [σε οποιαδήποτε μορφή της]; Βρίσκει κανείς μια θεσούλα στην τράπεζα της εξουσίας και λέει καλά ότι είναι εκεί.
Οι πεινασμένοι και απελπισμένοι παραμένουν πεινασμένοι και απελπισμένοι -δεν κουνιέται φύλλο και αυτό είναι αποθαρρυντικό για όσους «ψάχνουν» κάτι καινούργιο στον ορίζοντα, για εκείνους, που σε πείσμα των καιρών, εξακολουθούν να βλέπουν την πολιτική ως τέχνη και όχι σαν τεχνική.
Υπάρχουν ποιήματα που μιλάνε για την τέχνη και την πολιτική -για το ψεύδος [γιατί έτσι έχουν καταντήσει οι δύο αυτές έννοιες: ένα πελώριο ψεύδος, κάτι σαν το κενό, που όμως είναι υπαρκτό· το κενό είναι ύλη]. Ποιοι γράφουν τέτοια ποιήματα;
Οχι οι Ελληνες νεοϊστορικοί προφανώς, μήτε οι καλλιτέχνες και οι διανοούμενοι του εμπορίου -άρα κάπου αλλού πρέπει να αναζητηθούν αυτοί οι ποιητές [του λαού], αλλά ακόμη δεν φαίνεται να είμαστε προσανατολισμένοι, δεν ξέρουμε πού να ψάξουμε. Δεν ξέρουμε τι μας γίνεται, με τόσο χυδαία τηλοψία και τέτοια εμμονή με τον κόσμο του διαδικτύου και της λυσσώδους διάχυσης άχρηστων [και ζημιογόνων] πληροφοριών.
Το άλλο με την ενέργεια; Γι’ ακόμη μια φορά δεν ξέρουμε πού πατάμε και πού φτερουγίζουμε -στη θάλασσα πατάμε και στις νεφέλες [του μυαλού] φτερουγίζουμε. Θεοί δεν είμαστε για να περπατήσουμε στα νερά, μήτε αλυσοδεμένοι για να μπορούσαμε να πετάξουμε. Καλά, αλλά η αισιοδοξία δεν πρέπει να χαθεί· ναι, αλλά να βοηθήσει η τέχνη και η πολιτική, η τέχνη της πολιτικής, η πολιτική της τέχνης [όλο αυτό το αλισβερίσι]. Εάν όχι; Ανθρωποναζιστές, οικοφασιστές και πάει λέγοντας.
