Στα παιδικά μας χρόνια η επίσκεψη γιατρού στο σπίτι είχε ένα ζητούμενο αποτέλεσμα: να μας κάνει καλά από τα συμπτώματα που δήλωναν την αρρώστια – πόνους, βήχα, πυρετό. Η επίσκεψη ανακούφιζε τους γονείς, αφού από μόνη της λειτουργούσε γι’ αυτούς σαν φάρμακο. Και αντιμετωπιζόταν με μικτά συναισθήματα από εμάς: ανάλογα με το πόσο ήθελες να παίξεις –καλή προοπτική– ή με το πόσο ήθελες να πας σχολείο –προοπτική έτσι κι έτσι.
Κάπου στο ξεκίνημα της εφηβείας αρχίζαμε να καταλαβαίνουμε ότι οι αρρώστιες δεν ήταν μόνο σωματικές και ότι τα συμπτώματά τους δεν ήταν υποχρεωτικά ο πονόλαιμος και ο βήχας. Δεν γνωρίζαμε, βέβαια, τίποτε για τις αρρώστιες που λέμε ψυχικές – ψυχοσωματικές πιο σωστά. Αλλά από κάποια σημάδια, που δεν ξέραμε να τα ονομάσουμε, και από τα λυπημένα είτε τα ειρωνικά σχόλια των μεγάλων καταλαβαίναμε ότι κάποια πρόσωπα δεν ήταν σαν κι εμάς, δηλαδή «κανονικά». Γιατί αυτό, η «κανονικότητα», και τα όσα εξασφάλιζαν –αν εξασφάλιζαν– την επιστροφή σε αυτήν, κάτι που ταυτιζόταν με την υγεία, έμοιαζε, όσο μπορούσαμε να καταλάβουμε, να είναι ο σκοπός της ιατρικής.
Χρειάστηκε καιρός για να καταλάβω δύο πράγματα. Πρώτον, ότι υπάρχουν ασθένειες του κορμιού και της ψυχής που δεν έχουν κραυγαλέα –ή έστω φανερά– συμπτώματα. Και ότι οι αρρώστιες αυτές που –όπως έλεγε ο Ιπποκράτης– τους αρέσει να κρύβονται, χρειάζονται άλλοι τρόποι από μια απλή, προσεκτική έστω, εξωτερική παρατήρηση για να διαγνωστούν. Ηταν η πρώτη μου συνάντηση με αυτό που μπορεί να ονομαστεί και «η οδύσσεια στα βάθη του ανθρώπινου σώματος ή/και της ανθρώπινης ψυχής». Και, δεύτερον, ότι υπάρχουν και συμπτώματα που η ανάδυσή τους δεν σημαίνει υποχρεωτικά καταστροφή. Ο πυρετός είτε ή παρουσία πύου σε μια πληγή μπορεί να σημαίνει ότι ο οργανισμός αγωνίζεται. Είτε ακόμη ότι κάποιος είναι ερωτευμένος είτε ετοιμάζεται να γράψει ένα ποίημα. Αυτό που ο Λακάν ονόμασε «σύνθωμα» ανήκει ίσως σε αυτήν την τελευταία κατηγορία.
Και τι συμβαίνει με την ψυχή και το κορμί της κοινωνίας; Πόσο είναι αλήθεια ότι το ταραγμένο σώμα, η ταραγμένη ψυχή μιας κοινωνίας έχουν ανάγκη από το κινίνο, την ασπιρίνη ή τον αλήστου μνήμης γύψο τους; Οτι κάθε κοινωνική κρίση απαιτεί το ηλεκτροσόκ ή τον ζουρλομανδύα της; Μήπως ο δύσκολος δρόμος προς την ελευθερία απαιτεί όχι την κατάπνιξη των συμπτωμάτων, αλλά την επίπονη προσπάθεια να μάθουμε τη γλώσσα τους, να τα ακούσουμε και, πριν πράξουμε, να καταλάβουμε τι θέλουν να μας πουν;
* Με αφορμή το 18ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ομοιοπαθητικής Ιατρικής, με θέμα «Οι ασθένειες ως διεργασίες (μιασματικών) και εξωτερικών (περιβαλλοντικών) παραγόντων», 22-24 Νοεμβρίου στο ΕΙΕ.
