Οι δύο άνθρωποι στέκονται μπροστά στην ξύλινη ράμπα του εξωτερικού χώρου καφετέριας που αυτή την ώρα είναι γεμάτη κόσμο. Ενας πατέρας γύρω στα ενενήντα και μια κόρη γύρω στα πενήντα. «Ελα, έλα, προχώρα…», του λέει ενθαρρυντικά η γυναίκα μα εκείνος είναι αναποφάσιστος, διστακτικός, συγκινημένος νομίζω. Ανεβαίνει έπειτα από λίγο το σκαλί, είναι πια στο ίδιο επίπεδο μ’ εμάς και ορατός από όλα τα τραπέζια. Μια παρέα αντρών, πρέπει να ήταν πάνω από δέκα, πάνω-κάτω και αυτοί στην ηλικία του διστακτικού κυρίου, σηκώνονται όρθιοι και έχω την εντύπωση πως είναι τέτοια η χαρά τους που τον βλέπουν που σε λίγο θα αρχίσουν να χειροκροτούν.
Ενας από αυτούς διασχίζει τον χώρο και τους πλησιάζει. Αγκαλιάζει τον άντρα σφιχτά για μερικά δευτερόλεπτα. Οι υπόλοιποι περιμένουν με ανοιχτή την αγκαλιά τους. Οταν τους πλησιάζει με αργά βήματα, η ευτυχία τους είναι εμφανής και απερίγραπτη. «Πρόεδρε», φωνάζουν και τον χαιρετούν με σεβασμό ένας ένας. Κάνουν χώρο και του βρίσκουν την πιο βολική θέση.
Η κόρη βεβαιώνεται πως ο πατέρας είναι σε καλά χέρια και κοιτώντας το ρολόι της λέει σε έναν από αυτούς πως θα περάσει να τον πάρει σε μία ώρα. «Μα δεν χρειάζεται», της λέει, «θα τον φέρουμε εμείς». Τον ευχαριστεί ευγενικά, αλλά του λέει πως κάτι τέτοιο δεν θα το ήθελε εκείνος, θα κάνει μια βόλτα στα μαγαζιά και θα επιστρέψει.
Οπως καταλαβαίνετε, τη σκηνή παρακολουθούσαμε με ενδιαφέρον όλοι εμείς οι υπόλοιποι πελάτες της καφετέριας. Μα ποιος ήταν εκείνος ο άνθρωπος που για χάρη του σηκώθηκαν προσοχή τόσοι ηλικιωμένοι άντρες; Καθώς η κόρη έφευγε, δεν άντεξα και τη ρώτησα: «Συγγνώμη, είναι παλιοί συμμαθητές;».
Αυτό θεώρησα πιο πιθανό σενάριο. Εκείνη μου χαμογέλασε ευγενικά και με έναν κόμπο στον λαιμό που η αξιοπρέπειά της δεν άφησε να εξελιχθεί σε λυγμό, μου απάντησε: «Οχι, είναι παλιοί συνάδελφοι, εδώ, από το παρακάτω σχολείο, το 7ο, ο πατέρας μου ήταν ο γυμνασιάρχης. Ηταν δύο μήνες άρρωστος. Δύο μήνες περίμεναν να τον δουν». Και έφυγε από το καφέ με φόρα για κάποιες δουλειές που την περίμεναν. Γυρνώ το κεφάλι και τους κοιτώ που τον κοιτούν με αγάπη.
Πώς αντέχουν οι σχέσεις στον χρόνο, σχέσεις που πιθανότατα να μην είχαν πάντα ομόνοια, όπως είναι άλλωστε φυσικό σε ένα εργασιακό περιβάλλον; Ποια ήταν τα χαρίσματα εκείνου του γυμνασιάρχη ώστε να τον περιβάλλουν σήμερα με τόση αγάπη, γέροντα πια, γέροντες και οι ίδιοι, οι συνάδελφοί του;
Η ζωή μάς έχει μάθει πως όσοι κατέχουν θέσεις εξουσίας συνήθως είναι αντιπαθείς. Αλλά να… εδώ είναι το ζωντανό παράδειγμα πως υπάρχουν και εξαιρέσεις. Κάθε άνθρωπος είναι ένα άλλο σύμπαν. Και ναι, θα συμφωνήσω τελικά με τον Σαρτρ πως κάθε άνθρωπος είναι αυτό που θέλει ο ίδιος να είναι, τίποτε άλλο.