ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Αρχοντία Κάτσουρα
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σουρούπωνε την ώρα που μπήκε στο φέρι. Μια μικρή διαδρομή, λίγο πάνω από είκοσι λεπτά. Αλλά δεν έμεινε στο αυτοκίνητο. Ανέβηκε στο δεύτερο κατάστρωμα και κάθισε σε ένα παγκάκι με θέα την πλώρη του πλοίου, κοιτάζοντας προς την αντίπερα ακτή, τον προορισμό της.

Η θερμοκρασία είχε πια πέσει και το αεράκι μπορούσες να το πεις και ευχάριστο στο ζεστό από τον ήλιο δέρμα, που πια, λίγο πριν από το τέλος του καλοκαιριού, άφηνε στα ξένα βλέμματα την ψευδαίσθηση της ευτυχίας και της ανεμελιάς. Κάποιων διακοπών που μόλις τελείωναν ή ακόμη συνεχίζονταν.

Εκείνη την ώρα δεν πετούσαν ούτε γλάροι. Νύχτωνε, κάπου θα κούρνιαζαν κι αυτοί, αφήνοντας τον σύντροφό τους να συνεχίζει τις διαδρομές του, πέρα-δώθε, έως και το τελευταίο δρομολόγιο. Εκεί, κατά τις δέκα και μισή το βράδυ.

Με ένα ελαφρύ φουστάνι, για να μην τη σφίγγει πολύ, και ένα ζευγάρι δερμάτινα σανδάλια από το Μοναστηράκι -τα αγόρασε αρχές του καλοκαιριού, κατάλοιπο μια επιθυμίας σχεδόν φοιτητικής και από ανάγκη να ξεχνάει τον χρόνο που περνάει αδυσώπητος-, αφέθηκε στην καλοκαιρινή αύρα και στους θορύβους των άλλων ταξιδιωτών.

Κάποιοι έβγαζαν «σέλφι», άλλοι δροσίζονταν με αναψυκτικά και μπίρες, κάποιοι άλλοι κυνηγούσαν τα παιδιά τους, που ήθελαν να δουν τη θάλασσα από τα σκοινιά. Ενα μωρό έκλαιγε, κουρασμένο ίσως, και η μητέρα του το κάλμαρε με λίγο νερό στο μέτωπο και τα μαλλιά, βρέχοντάς το με ένα μπουκάλι που είχε μαζί της.

Οταν το φέρι ξεκίνησε, όλοι οι θόρυβοι είχαν χαθεί, οι άλλοι άνθρωποι δεν υπήρχαν πλάι της. Το μόνο που έβλεπε ήταν το χρώμα του ουρανού που γινόταν όλο και πιο σκούρο, βαθαίνοντας και το χρώμα του νερού και τον ορίζοντα πίσω από τα βουνά να φεγγίζει, λες και πίσω από αυτά τα κοντινά ορεινά κρυβόταν ο ήλιος. Ψευδαίσθηση, η δύση ήταν πίσω τους.

Ηταν πάλι εκείνο το κοριτσάκι που κρεμόταν από τα σκοινιά χαζεύοντας τη θάλασσα και αναρωτιόταν, αν μπορούσε, αν την άφηναν, θα μπορούσε να περάσει απέναντι μόνη της κολυμπώντας; Πόσο βαθιά να ήταν τα νερά;

Μετά έγινε η κοπελίτσα που έφευγε για πρώτη φορά διακοπές με πλοίο, με τις φίλες της, τις συμφοιτήτριές της, για ένα νησί στο Αιγαίο. Και από τότε, αν δεν έμπαινε σε καράβι, ένιωθε ότι δεν είχε ταξιδέψει, ότι δεν είχε φύγει από τη γνώριμη γη, ότι κάτι έλειπε από το καλοκαίρι της.

Κι έπειτα βυθίστηκε σε μνήμες γλυκές, από παιδικά καλοκαίρια με έναν μήνα διακοπές στο εξοχικό, με πρωινό μπάνιο σε μια ήσυχη ακτή πλάι σ’ ένα λιοτρίβι, όπου όλη η θάλασσα ήταν δική της, όλη η ακτή το βασίλειο για τα παιχνίδια της. Παγωτό χωνάκι το απόγευμα και βόλτα στην προκυμαία ή τηγανητές πατάτες και καλαμαράκια στο ταβερνάκι πλάι στη θάλασσα. Εκεί που έτρεχε να πλύνει -και καλά- τα χέρια της από το φαγητό -αφορμή να παίξει πάλι με τη θάλασσα.

Δεν ήξερε αν της έλειπαν πια όλα αυτά. Αν τη ρωτούσες, θα σου έλεγε μάλλον όχι. Αλλα χρειαζόταν, άλλα έδιναν χρώμα στα όνειρα που επέμενε να κάνει, που επέμενε να μην εγκαταλείπει. Κι ας ήξερε -ή και φοβόταν μερικές φορές- ότι κάποια πράγματα έρχονται για λίγο και φεύγουν για να μη γυρίσουν, αφήνοντας την πικρή γεύση μιας υπόσχεσης που δεν αρκούσε για να γίνει στέρεο υλικό.

Αλλά ήταν καλοκαίρι και Αύγουστος. Το φώναζαν όλα γύρω της: το δέρμα που μύριζε ακόμη αντηλιακό, το κοκκίνισμα στους ώμους και στα μάγουλά της, η βαριά μυρωδιά του πλοίου. Και είχε επιθυμήσει δυο σταγόνες ξενοιασιάς και γνήσιας χαράς.

Μέσα στο πορθμείο, στη μικρή διαδρομή ούτε μισής ώρας, έκανε ένα μεγάλο ταξίδι. Οταν έφτασε στη στεριά και μπήκε στο αυτοκίνητο για την Αθήνα είχε νυχτώσει -μισή ώρα δρόμος για το σπίτι, μισή ώρα δρόμος για το παρόν.