Στα πρώτα φύλλα της «Εφημερίδας των Συντακτών» μαγνήτισαν το βλέμμα μου κάποια σκίτσα στις σελίδες 8-9 των Παρασκηνίων: Ενας τυπικός πολιτικάντης αγορεύει και πίσω απ’ το βήμα δεσπόζει ένα τεράστιο, κόκκινο πωλητήριο, το οποίο διαλαλεί πως «Πωλείται το παρών». Τη μεθεπόμενη φιλεύσπλαχνοι διαβάτες τροφοδοτούν το καπέλο, μπροστά στα πόδια ζητιάνου, με άφθονη χαρτούρα, που στη θέση των συμβόλων του ευρώ αναγράφει «ναι», «όχι» και «παρών». Υστερα από κάνα δυο μέρες ένας κρεμανταλάς προχωρά σε δάσος πυκνό. Κρατά, εν είδει αρτοποιήματος, το κτίριο της Βουλής και, ως άλλος Κοντορεβυθούλης, το κόβει σε ψίχουλα, που τα πετά επί ματαίω πίσω του για να μη χαθεί στον ανεπίστροφο δρόμο του.
Αντελήφθην αίφνης με πρόδηλη χαρά ότι η εφημερίδα μας συνεργάζεται με έναν σπουδαίο δημιουργό. Ηταν η εποχή που τα «τρία συνεταιράκια» -Σαμαράς, Βενιζέλος, Κουβέλης- περνούσαν στο Κοινοβούλιο, με συνοπτικές διαδικασίες και τραυματικές εκπτώσεις στο πολίτευμα, το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμά τους, γεμάτο με ειδεχθή και επώδυνα μέτρα για τους πολίτες. Οι βουλευτές της αντιπολίτευσης ψήφιζαν «όχι» και της συμπολίτευσης «ναι». Οσοι απ’ τους τελευταίους είχαν κωλύματα συνείδησης φώναζαν ένα αμήχανο «παρών» και αυθωρεί μεταπηδούσαν στον ΣΥΡΙΖΑ.
Ράπιζαν τη δημοκρατία, την καταργούσαν και εκποιούσαν μπιρ παρά το σήμερα και το αύριό μας οι μεν, ενώ, όπως φάνηκε εκ των υστέρων, οι δε επένδυαν στο δικό τους «παρών». Αυτό το φαινομενικά ανορθόγραφο και αμφίσημο «ωμέγα» αποτέλεσε την απαρχή μιας συναρπαστικής πορείας με σημαντικές διεθνείς διακρίσεις. Θυμήθηκα τις απαλές και συνάμα στέρεες και αιχμηρές γραμμές του καλλιτέχνη, που χαράζουν βαθιές τομές στην επικαιρότητα, από τη δουλειά του στη θρυλική «Γαλέρα». Αναγνώρισα τον ίδιο με την πρώτη ματιά, κι ας μην τον ήξερα, όταν επισκέφθηκε τα γραφεία μας. Χαιρετήθηκε εγκαρδίως με τον διπλανό μου, παλιό του γνώριμο από τον «Ελεύθερο Τύπο». -«Ο Κουντούρης;» ψιθύρισα διακριτικά στον Λευτέρη. -«Τον ξέρεις;» αναρωτήθηκε. -«Νομίζω πολύ καλά» απάντησα με βεβαιότητα.
Λένε πως οι ζωγράφοι αναπαριστούν συνήθως προσφιλή τους πρόσωπα και ενίοτε τον εαυτό τους. Οι πρωταγωνιστές στις γελοιογραφίες του Μιχάλη είναι κατά κανόνα μουρτζούφληδες· καμιά σχέση μ’ εκείνον, τόσο γελαστό, ώστε εκτός απ’ τους οφθαλμούς, τα χείλη, τα μάγουλα, ακτινοβολούν ώς και τ’ αυτιά του. Διατείνονται επίσης ότι οι καρικατούρες του είναι κομμάτι ακατανόητες. Εάν μια εικόνα ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις, του Κουντούρη ερμηνεύονται με υπερπολλαπλάσιες, καθώς, ακόμα και όσες πιάνεις ευκρινώς με την πρώτη, επιδέχονται δεύτερη, τρίτη και τέταρτη ανάγνωση.
Ισως φταίει πως οι περισσότερες δεν έχουν λόγια. Η αφοπλιστική οικουμενικότητά τους, ωστόσο, έγκειται στο ότι το καυστικό του πενάκι υπερβαίνει το πνεύμα κάθε λαού, έστω κι αν ο ίδιος δεν έχει άμεση αντίληψη της ψυχοσύνθεσής του. Γρήγορα ήρθαν σεβαστά ευρωπαϊκά βραβεία· μέγιστη τιμή για το φύλλο μας. Δεκάδες σκίτσα του κόσμησαν την πρώτη μας σελίδα. Αναφέρω ενδεικτικά την αντίθετη τροχιά της σφαίρας των ισλαμιστών με το μολύβι του «Charlie Hebdo», που συζητήθηκε σ’ όλη την υφήλιο. Γι’ αυτό η διεύθυνση της «Εφ.Συν.» και σύσσωμη η συντακτική της ομάδα παρέστησαν στην παρουσίαση του νέου του λευκώματος «made in europe» για το προσφυγικό στην ΕΣΗΕΑ. Απόψε στις 7.30 το παρουσιάζει εκ νέου στο Μουσείο Μαρίκας Κοτοπούλη, Αλέκου Παναγούλη 17 στου Ζωγράφου, με ομιλητές τον Soloup, τον Χρ. Αλεφάντη και την αφεντιά μου. Οσοι πιστοί…
