ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΓΑΛΟΥΧΗΜΕΝΟΣ με τις αγωνιστικές παραδόσεις της οικογένειάς του, ο Γιώργος Μυλωνογιάννης εντρυφά, από τα γυμνασιακά του χρόνια στον Βάμο Αποκορώνου, σε ποικίλες ριζοσπαστικές αναγνώσεις. (Με την περίπτωσή του, άλλωστε, έχει ασχοληθεί τον Μάρτιο του 2019 η ομώνυμη στήλη της «Εφ.Συν.» σε επιμέλεια Γ. Σταματόπουλου). Φοιτά αργότερα στο Β΄ Γυμνάσιο Αθηνών και, παρότι οι σπουδές του στο ΕΚΠΑ μένουν ανολοκλήρωτες, αποκτά ευρύτατη πνευματική καλλιέργεια, με άπταιστη γνώση ξένων γλωσσών και βαθιά διείσδυση στη λογοτεχνία τους. Στην ποίηση εμφανίζεται το 1929:

ΦΤΕΡΟ ΚΑΙ ΦΩΣ Ανοίχτε τα παράθυρα στο φως/ οι κάμαρες φαντάζουνε σαν τάφοι/ του ήλιου λαχταράω το χρυσάφι/ μέσα στο μαύρο χάος ναυαγός!// Του ήλιου εραστής και νοσταλγός/ ποια μοίρα και ποια μπόρα μου το γράφει/ γύρω, τριγύρω να με κλειούνε τάφοι/ και με τα χέρια σταυρωτά κι αργός// κι ανήμπορος ν’ αφήνουμαι στη θλίψη/ τη θλίψη που ποτέ δε θα μου λείψει/ θαρρώντας πως δε χάνετ’ ο καιρός// κι αφήνοντας τη φλόγα να με γλύψει./ Δώστε φτερά για ν’ απλωθώ στα ύψη/ κι ανοίχτε τα παράθυρα στο φως!…

ΚΑΤΑΛΥΤΙΚΗ είναι η συμβολή του στα λογοτεχνικά έντυπα του Μεσοπολέμου, στα οποία δημοσιεύει στίχους, μεταφράσεις και, κυρίως, κριτικά κείμενα που υπογράφει συνήθως με το ψευδώνυμο Γιώργος Περαστικός. Συμμετέχει στην έκδοση του «Μπουκέτου» και ανήκει στη συντακτική ομάδα του περιοδικού «Ξεκίνημα». Από το 1936 ώς την Κατοχή διευθύνει μαζί με τον Δημήτρη Φωτιάδη τα πρωτοποριακά «Νεοελληνικά Γράμματα», τα οποία εμπλουτίζει με κριτικές βιβλίου και με συνεντεύξεις σημαντικών πνευματικών προσωπικοτήτων, βάσει ερωτηματολογίου δικής του εμπνεύσεως.

ΤΟ 1933 ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ως υπεύθυνος του βραχύβιου «Λυτρωμού». Πρόκειται για έντυπο αρχειομαρξιστικής, τροτσκιστικής απόκλισης, αν κρίνουμε από τις υπογραφές των Βάσου Βαρίκα, Τεύκρου Ανθία και Ορέστη Λάσκου που το πλαισιώνουν και από το ότι δημοσιεύει εκτενή αποσπάσματα του έργου «Φιλολογία και Επανάσταση» του Λέοντα Νταβίντοβιτς. Το περιοδικό δέχεται απηνή διωγμό από τη σταλινική ορθοδοξία του ΚΚΕ και των «Νέων Πρωτοπόρων» και κλείνει έξι μήνες ύστερα από την έκδοσή του. Εκεί, όπως και στη «Φλόγα», λίγο αργότερα, ο Μυλωνογιάννης γράφει κοινωνικά κείμενα για τη βιοπάλη.

ΟΡΚΟΣ Στου μόχτου τον ολόπικρο ιδρώτα/ και σ’ όσους δε χορταίνουν το ψωμί/ στα μολεμένα απ’ τα μπουντρούμια χνώτα/ στο δίκιο, στην αλήθεια, στην τιμή.// Στον άνθρωπο –όπου γης– τον αδερφό μου/ που τον ποτίζουν όξος και χολή/ στον ταπεινό και στο παιδί του δρόμου/ σε σας, αγωνιστές κι αρματολοί.// Των σκλάβων οι αντρειωμένοι, πρόγονοί μου/ που πέφτατε στη μάχη σα θεριά/ ορκίζομαι, ως την ώρα τη στερνή μου,/ να μάχομαι παντού για λευτεριά!

ΣΥΜΦΩΝΑ με τον Μακρονησιώτη Γιώργη Πικρό, ο Μυλωνογιάννης «χωρίς να έχει φτάσει στο ψηλότερο σκαλοπάτι της επαναστατικής κλίμακας, έδωσε έργο αγωνιστικό. Συνέπεια της πνευματικής αγωνιστικότητάς του ήταν η προσχώρησή του στην Εθνική Αντίσταση και η αδιάλειπτη πάλη, από τις γραμμές του ΕΑΜ, ενάντια στο φασισμό».