Έχω αναφερθεί και άλλοτε στον σπουδαίο ποιητή Γιώργη Παυλόπουλο, που γεννήθηκε σαν σήμερα το 1924 στον Πύργο Ηλείας, όπου έζησε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του. Τα ξένα λόγια μοιάζουν φτωχά, εφόσον τον περιγράφει εύγλωττα ο ανεκτίμητος πλούτος της ποίησής του. Ιδού:
Η ΝΑΡΚΗ Ηταν ένα καρπούζι μες στη θάλασσα./ Το σήκωνε το κύμα και το πήγαινε/ κι εγώ με τη Ρέα στα βραχάκια/ το βλέπαμε από μακριά που γυάλιζε/ και γύριζε στον ήλιο./ Βλέπαμε τάχα πάνω του ολόκληρη τη Γη/ χωριά και πολιτείες, σπίτια κι ανθρώπους/ και κάπου εκεί το σκύλο μας που χάθηκε/ να ψάχνει να μας βρει./ Βλέπαμε τη Ρέα κι εμένα μεσημέρι/ μικρά παιδιά που έφυγαν κρυφά από το σπίτι/ γυρεύοντας σ’ όλη τη Γη το σκύλο τους/ αγκαλιασμένα τώρα να κοιτάζουν/ ένα καρπούζι μες στη θάλασσα./ Χωρίς να ξέρουν πως ίσως και να ήταν/ μια νάρκη από τον πόλεμο/ άχρηστη κι αδέσποτη/ που κάποτε θα σκάσει.
ΤΟ ΤΕΛΕΙΟ ΕΓΚΛΗΜΑ Αποφάσισε τότε –μη ρωτήσεις ποτέ το γιατί–/ αποφάσισε τότε να σκοτώσει το Ποίημα./ Πήρε κάθε προφύλαξη έκρυψε το μαχαίρι/ και παραμόνευε.// Το ποίημα βεβαίως δεν ήταν ανύποπτο./ Ηξερε τις προθέσεις του ποιητή από καιρό/ αλλά μήτε τον απόφευγε μήτε τον προκαλούσε/ και κάπου κάπου έκλαιγε κρυφά.// Ωσπου έγινε το τέλειο έγκλημα.// Μαχαιρωμένο το Ποίημα/ μέσα στην καρδιά του Ποιητή/ έμεινε άγνωστο για πάντα.
ΤΑ ΛΟΓΙΣΤΙΚΑ Δουλεύαμε κι οι δυο στην ίδια Εταιρεία/ αυτή στο λογιστήριο κι εγώ στο ασανσέρ./ Ημουν μικρός μα ποθεινός πολύ/ και κείνη αρραβωνιαστικιά του διευθυντή./ Ενα πρωί που ανεβαίναμε τη φίλησα/ και φτάσαμε στον ουρανό/ και κόλλησε το ασανσέρ στα σύννεφα/ και δεν μπορούσα να το κατεβάσω./ Κι αν ξέρω κάτι από λογιστικά/ πόσο στοιχίζει ένα φιλί και πόσο το πληρώνεις/ εκείνη μου το έμαθε.
ΟΙ ΜΑΣΤΟΡΟΙ Ξυπνήσαμε ακούγοντας χτύπους απόμακρους βαθιά στο θόλο/ σαν κάτι να μαστόρευαν πολύ ψηλά στον Ουρανό./ Κάποιος έδειξε κατά τον ήλιο. Βλέπω είπε χρυσές σκαλωσιές/ τους βλέπω είπε ν’ αλφαδιάζουν και να καρφώνουν εκεί πάνω./ Εμείς ψάχναμε ολοένα μες στο φως μα τίποτε δεν φαινόταν/ τους χτύπους ακούγαμε μονάχα.// Υστερα ένας Αγγελος ήρθε στο πηγάδι μας, άρχισε να βγάζει νερό./ Τα φτερά του γεμάτα γαλάζια λάσπη./ Χανότανε στα ύψη και πάλι ξαναγύριζε αμίλητος και σοβαρός/ κι όλη μέρα ανέβαζε νερό να ξεδιψάν εκεί πάνω./ Δουλεύουν και διψάνε είπαμε όπως κι εμείς εδώ κάτω.// Σαν βράδιασε ρίξανε το σκοινί. Κανένας δεν κατέβηκε./ Από την άκρη του έσταζε στο χώμα λίγο αίμα./ Και ποτέ δεν μάθαμε μήτε ρωτήσαμε ποτέ/ τι απογίναν οι μαστόροι.
ΣΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ Πλάγιαζα στο σκοτάδι και την περίμενα/ ακούγοντας ν’ ανεβαίνει τη σκάλα/ μες στη δροσιά του σπιτιού/ σαν ψίθυρος από φιλιά κι ανάσες.// Γύρευα τότε να ξεφύγω/ μα η ομορφιά της στάλαζε στα κόκαλά μου/ νύχτες που μελετούσα το κενό/ πηγαίνοντας από την ηδονή στον Αδη.// Και τα λαγόνια της να φέγγουνε στον ύπνο μου/ ματόκλαδα και χείλια που τα ’σκιζε ο πόθος μου/ κι ο γυρισμός στον ύπνο μου μονάχα/ λίγος καπνός από μακριά/ λουλούδια κι ένα δροσερό σταμνί./ Και το καράβι μου στον κήπο της/ δεμένο κι άγρυπνο/ σαν ένα μεγάλο μαύρο σκυλί/ μου θύμιζε κάποτε τους συντρόφους που χάθηκαν/ ή τις παράξενες αφορμές της αγάπης.
ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ Θυμάμαι πήρες λίγον άμμο/ τον κράτησες στο χέρι σου/ κι ύστερα τον άφησες/ να χύνεται σιγά/ στην ανοιχτή παλάμη μου.// Στον μέλλοντα λοιπόν αιώνα/ θα μείνει λίγος άμμος/ με τη δική μας την αφή/ κι ο άνεμος που θα φυσάει/ όπως τ’ απόγιομα εκείνο του Οκτώβρη/ θα τον πηγαίνει εδώ κι εκεί/ όλο θα τον πηγαίνει.
