ΑΝΑΧΩΡΕΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΣΧΑ, σαν σήμερα το 1963, για τα επουράνια σοβιέτ. Είχε γεννηθεί στην οθωμανική Σαλονίκη τον Γενάρη του 1902 ο μεγάλος κομμουνιστής Τούρκος ποιητής Ναζίμ Χικμέτ, που μεταφράστηκε σε δεκάδες γλώσσες και μελοποιήθηκε από κορυφαίους συνθέτες. Ακολουθεί ελάχιστη απότιση τιμής σε απόδοση Γιάννη Ρίτσου:
ΜΟΝΑΚΡΙΒΗ ΜΟΥ εσύ στον κόσμο/ μου λες στο τελευταίο σου γράμμα:/ «πάει να σπάσει το κεφάλι μου, σβήνει η καρδιά μου,/ αν σε κρεμάσουν, αν σε χάσω θα πεθάνω»./ Θα ζήσεις, καλή μου, θα ζήσεις,/ η ανάμνησή μου σαν μαύρος καπνός/ θα διαλυθεί στον άνεμο./ Θα ζήσεις, αδελφή με τα κόκκινα μαλλιά της καρδιάς μου/ οι πεθαμένοι δεν απασχολούν πιότερο από ’να χρόνο/ τους ανθρώπους του εικοστού αιώνα./ Ο θάνατος/ ένας νεκρός που τραμπαλίζεται στην άκρη του σκοινιού/ σε τούτον ’δώ το θάνατο δεν αντέχει η καρδιά μου./ Μα να ’σαι σίγουρη, πολυαγαπημένη μου,/ αν το μαύρο και μαλλιαρό χέρι ενός φουκαρά ατσίγγανου/ περάσει στο λαιμό μου τη θηλειά/ άδικα θα κοιτάνε μες στα γαλάζια μάτια του Ναζίμ να δουν το φόβο./ Στο σούρπωμα του στερνού μου πρωινού/ θα δω τους φίλους μου και σένα./ Και δε θα πάρω μαζί μου κάτου από το χώμα/ παρά μόνο την πίκρα ενός ατέλειωτου τραγουδιού./ Γυναίκα μου/ μέλισσά μου με τη χρυσή καρδιά,/ μέλισσά μου με τα μάτια πιο γλυκά απ’ το μέλι/ τι κάθησα και σου ’γραψα πως ζήτησαν το θάνατό μου./ Η δίκη μόλις άρχισε/ δεν κόβουν δα και στα καλά καθούμενα έτσι το κεφάλι,/ όπως ένα γογγύλι./ Ελα, έλα, μη μου σκας/ αυτά είναι μακρινά ενδεχόμενα./ Αν έχεις τίποτα λεφτά/ αγόρασέ μου ένα μάλλινο σώβρακο/ μου μένει ακόμα κείνη η ισχιαλγία στο πόδι./ Και μην ξεχνάς πως η γυναίκα ενός φυλακισμένου/ δεν πρέπει να ’χει μαύρες έγνοιες.
ΠΙΟΤΕΡΟ ΑΠ’ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ/ τα τραγούδια τους αγάπησα./ Χωρίς ανθρώπους μπόρεσα να ζήσω,/ όμως ποτέ χωρίς τραγούδια./ Μου ’τυχε ν’ απιστήσω κάποτε/ στην πολυαγαπημένη μου,/ όμως ποτέ μου στο τραγούδι/ που τραγούδησα για αυτήν/ ούτε ποτέ και τα τραγούδια/ μ’ απατήσανε.// Οποια κι αν είναι η γλώσσα τους/ πάντοτε τα τραγούδια τα κατάλαβα.// Σ’ αυτόν τον κόσμο τίποτα/ απ’ όσα μπόρεσα να πιω/ και να γευτώ/ απ’ όσες χώρες γνώρισα/ απ’ όσα μπόρεσα να αγγίξω/ και να νιώσω/ τίποτα, τίποτα/ δε μ’ έκανε έτσι ευτυχισμένον/ όσο τα τραγούδια…
ΝΑ ΓΕΛΑΣΕΙΣ απ’ τα βάθη των χρυσών σου ματιών/ είμαστε μες στο δικό μας κόσμο./ Η πιο όμορφη θάλασσα/ είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει./ Τα πιο όμορφα παιδιά/ δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα./ Τις πιο όμορφες μέρες μας/ δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα./ Κι αυτό που θέλω να σου πω,/ το πιο όμορφο απ’ όλα,/ δε σ’ το ’χω πει ακόμα.
