ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πηγαινάμενος εις την Τριπολιτσά, εστείλαμε ένα γράμμα να ιδούμε τι κάνουν εις το Ανάπλι. Μας αποκρίνονται ότι: «Είμεθα άξιοι να το πάρωμε, διότι έχει πείνα». Αρχηγοί εις την πολιορκία, οι Πολαίοι, ο Πολακάκος, ο Πολακόπουλος κι ο παπά-Πώλος. […] Τα καράβια από τον γιαλό, δεν τους έκανε αέρας, εφυσούσε από την στεργιά, δεν μπουκάριζαν.

Οι Τούρκοι εδυνάμωσαν στα μπεντένια, οι Ελληνες εχώθησαν στα τουρκομνήματα. Δυο ώρας εβάσταξε ο πόλεμος. Βλέποντας εγώ ότι τα καράβια δεν έκαναν δουλειά, έστειλα τον Πωλάκη να ειπή να ριτιράρουν με μιας και έτσι ριτιράρησαν όλοι μια κοπανιά και εσκοτώθησαν ολίγοι και επαλληκαρεύσαμε τους Τούρκους. Εγυρίσαμε πίσω εις το Αργος άπρακτοι. Οι Ελληνες δεν ήτον καλοί τέτοια κάστρα να παίρνουν με ρεσάλτο, ήτο μία τρέλλα. Οι Πολακαίοι όμως, ανήμερα θεριά, το κατάφεραν.

Λεβέντης δίχως ταίρι, ατρόμητος πολέμαρχος, ο Πολατάκης έσπασε τρία γιαταγάνια χαλνώντας κεφάλια απ’ τ’ ασκέρι του Δράμαλη στα Δερβενάκια. Εκοβε τους λαιμούς με την πάλα τόσο ογλήγορα που τ’ ακέφαλα κορμιά έκαναν τριάντα – σαράντα βήματα προτού σωριαστούν άψυχα στο χώμα.

Αυτόπτες μάρτυρες μολογάνε πως είδαν κι έπαθαν τα παλληκάρια να του ξεκολλήσουν την τρίτη σπάθα απ’ τη φούχτα. Την εβάστα σφιχτά, είχεν γενεί το ένα με την παλάμη του, που μούδιασε και δεν άνοιγε ούτε με μπάλες κανονιού. Σε τούτη τη μάχη τού βγήκε το παρατσούκλι «Προυχοντοφάγος», διότι τον αντίκρισαν μες στα αίματα κι έμοιαζε με σαρκοφάγο ζώο.

Καταμεσίς της αντάρας στο Βαλτέτσι, θωρεί ο Κολοκοτρώνης ένα βοσκόπουλο να στέκει παράμερα στηριγμένο στο ραβδί του. -«Πώς σε λένε, ορέ Ελληνα» τον ρωτά. -«Παυλή Πολακιδόπουλο» αποκρίνεται το αγόρι. -«Τι χαζεύεις και δεν πολεμάς». -«Δεν έχω άρματα, καπετάνιε μου». -«Οπλο είναι κι η αγκλίτσα» του κάνει ο Γέρος. -«Κοπάνα τη στην κεφαλή ενός οχτρού, πάρτου τ’ άρματα και μ’ αυτά πολεμάς ύστερα τους άλλους μουρτάτηδες». Το βράδυ, που ’χε κοπάσει ο κουρνιαχτός, παρουσιάζεται αγνώριστος ο Παυλής, μπαρουτοκαπνισμένος μπροστά στον αρχηγό.

Η όψη του ήτον αλλιώτικη. Εδειχνε μεγαλωμένος μπάρεμ δέκα χρόνια, θεόρατος, καθώς καμάρωνε με μαλαματένιο καριοφίλι και σελάχι γεμάτο ασημοπλούμιστες κουμπούρες. Τρόμαξε να αναγνωρίσει εκείνος το ιδρωμένο του πρόσωπο, το μαυρισμένο απ’ το ντουμάνι και το τουφεκίδι. -«Εγώ είμαι. Ο Παυλής Πολακιδόπουλος» έκανε περήφανα και τότε ο Θοδωρής τον χτύπησε πατρικά στην πλάτη.

Σταχυολογώ οπωσούν παραφρασμένα αποσπάσματα από εξομολογήσεις αγωνιστών του Εικοσιένα και σήμερα Πρωταπριλιά –καλό μήνα επί τη ευκαιρία– τ’ αφιερώνω εξαιρετικά στον Παύλο Πολάκη, όστις θεωρεί εαυτόν δικαιωματικά συνεχιστή των Κολοκοτρώνη, Μακρυγιάννη, Ανδρούτσου και Βελουχιώτη, διατεινόμενος ότι ανήκει αναντάν μπαμπαντάν στην ίδια παράταξη. Παραλείπει, ωστόσο, να αναφέρει ότι ο Δυσσέας γκρεμίστηκε στην Ακρόπολη απ’ το χέρι του άλλοτε πρωτοπαλίκαρού του Γκούρα και πως εξώθησε τον Αρη στην αυτοκτονία το ίδιο του το κόμμα.