Σαλτάρισε με τον προκομμένο της η Ελβίρα. Ζυγίστηκε την κρισιμότερη ώρα και ευρέθη λιποβαρής και χοντρομαλάκας. Οταν κλονίζεται η εμπιστοσύνη προς το ταίρι σου και αμφιβάλλεις για το αν στα δύσκολα σε πουλήσει ή όχι, βράσε όρυζα· δεν υπάρχει λόγος να συνεχίζεις. Μουντζουρώνεις τη φωτογραφία του με ξεγυρισμένο «χι» και πας γι’ άλλα. Της στοίχισε, πάντως. Επρόκειτο, βλέπεις, για τον πιο ενδιαφέροντα απ’ την πλειάδα των ανδρών με τους οποίους σχετίστηκε μέχρι τώρα. Τι να λέμε! Ηξερε ότι δεν θα τον ξαναδεί. Δεν υπαναχωρούσε σε ζωτικά ζητήματα. Τελεία και παύλα.
Με τη δουλειά της ήταν πιο ζόρικα. Δεκαπέντε χρονάκια. Ολόκληρη ζωή. Δεν διαγράφονται μονοκοντυλιά. Γούσταρε ακόμη σαν τρελή, ρε γαμώτο. Λάτρευε το τραγούδι. Η πίστα, τα φώτα, το χειροκρότημα, την ανέβαζαν στα επουράνια. Το πυρωμένο μέταλλο που μαρκάρει ανεξίτηλα την επαφή του καλλιτέχνη με το κοινό, την εμπότιζε κάθε βραδιά στα λυτρωτικά καμίνια της συνύπαρξης. Δεν είναι μικρό πράγμα να διασκεδάζεις τον κόσμο. Μπαίνει ο άλλος στραπατσαρισμένος απ’ τις αναποδιές του αβίωτου βίου του και συνέρχεται με την πρώτη πενιά. Σκάν’ τα χείλη του στα κουπλέ, γελάει, ξεκαρδίζεται, ξεχνάει, ελπίζει.
Κι απογειώνεται χορεύοντας ζεϊμπέκικο στα ρεφρέν. Ανοίγει τα κρυφά του φτερά και πετά καρφωμένος στο έδαφος. Κι έπειτα τα σπάει, ενώνοντας με απατηλές ραφές τις αγεφύρωτες όχθες της λογικής και της τρέλας, επουλώνοντας, έστω και πρόσκαιρα, τα έλκη των πληγών του. Η διάχυτη, φαινομενική ψευτιά του σκυλάδικου διαρρηγνύει τότε το κέλυφος της αυταπάτης, τυφλώνοντάς σε με αναλαμπές βαθιάς αλήθειας. Μονάχα όταν το ζεις το καταλαβαίνεις. Κι όμως. Ηταν ήδη φευγάτη απ’ όλα αυτά. Μεθαύριο, αύριο, σήμερα, χθες, προχθές. Πεισματικά και αμετάκλητα. Οφειλε ίσως ευγνωμοσύνη στην Αμέλια. Θα αντιμετώπιζε αναμφίβολα παρόμοιες καταστάσεις στο μέλλον. Το τσουλί τής άνοιξε τα μάτια μια ώρα αρχύτερα. Θα ’βρισκε σίγουρα κάτι αξιόλογο να κάνει. Ο φύλακας άγγελός της δεν θα την άφηνε να χαθεί.
Πάνω στην ώρα κουδούνισε επίμονα το τηλέφωνο. Ιδεάστηκε πως είναι ο Καραμπίνης και δεν το σήκωνε. Ωστόσο δεν έλεγε να πάψει η διαβολοσυσκευή. Εκνευρίστηκε. Ευκαιρία να τον ξαναξεχέσει, λοιπόν. Ηρέμησε ακούγοντας την ψιλή, συνεσταλμένη, γλυκιά φωνή του Μπιρσίμογλου. «Τι πας να κάνεις Ελπινίκη;» – την προσφωνούσε σταθερά με το κολυμπηθράτο της. «Σκέφτηκες τι θα απογίνουμε εμείς;» παρέτεινε το ερωτηματικό με απόγνωση. Ο Θεοφύλακτος ήταν ο πιο ένθερμος και πιστός θαυμαστής της. Εξέχουσα μορφή του φαν κλαμπ. Ανθρωπάκι παλαιάς κοπής, γύρω στα εβδομήντα πια, με άκακο βλέμμα και δειλό υπομειδίαμα. Κοντούτσικος και στρογγυλός, ντυνόταν στην πένα, ακολουθώντας την προπολεμική μόδα. Δεν τον έκανες για βιομήχανο.
Τον πρωτόφεραν στο μαγαζί νεαρότεροι φίλοι πριν από εφτά-οχτώ χρόνια και ξετρελάθηκε με την πάρτη της. Το επόμενο Σάββατο έστειλε δυο μπαξέδες άνθη και θρονιάστηκε στο πρώτο τραπέζι με μεικτή παρέα μεσήλικων. Σεμνός, δωρικός, αμίλητος, αγέλαστος. Δεν σιγοτραγουδούσε και, εννοείται, δεν χόρευε. Σκορπούσε το χρήμα, μολαταύτα, γενναιοφρόνως. Χτυπούσε ενίοτε τον δείκτη με τον παράμεσο και παλαμοκροτούσε ενθουσιωδώς, όχι κατ’ ανάγκην στον επίλογο κάθε άσματος. Οι δικοί του αναχώρησαν νωρίτερα. Στο τελευταίο της διάλειμμα κάλεσε κοντά του την Ελβίρα. Αφού τραύλισε κάτι μασημένα προκαταρκτικά, με ασυνήθιστη ευγένεια και κατακόκκινος σαν παντζάρι, δεν δίστασε να της κάνει πρόταση γάμου. «Δεν θέλω να απαντήσεις βιαστικά. Εχεις τον καιρό να το μελετήσεις, καθώς θα γνωριζόμαστε καλύτερα» την καθησύχασε. «Να ξέρεις, πάντως, πως είσαι η γυναίκα που ονειρευόμουν σ’ όλη μου τη ζωή». (Συνεχίζεται)
