ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μοναδικό ατού της Αμέλιας, οι μελετημένα σκανδαλιστικές εμφανίσεις: αβυσσαλέα ντεκολτέ, ξέκωλα σκισίματα και τα συναφή. Η σφοδρή της επιθυμία να γίνει πρώτο όνομα προσέκρουε σ’ ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο, την Ελβίρα που στεκόταν όρθια στις αλλεπάλληλες τρικλοποδιές, ευθυτενής και ακλόνητη. Επρεπε πάση θυσία να την κάνει πέρα και για να το κατορθώσει άσκησε όλη της την επιρροή, μετήλθε θεμιτά και, κυρίως, αθέμιτα μέσα. Ο άτυπος καλλιτεχνικός διευθυντής ανέλαβε τον άχαρο ρόλο να της ανακοινώνει τη μια τροποποίηση του ρεπερτορίου, την άλλη την εντολή να βγαίνει νωρίτερα στη σκηνή, την τρίτη πως ορισμένα απ’ τα σουξέ της ταιριάζουν περισσότερο στη νεόκοπη αντίζηλο.

Υπέμενε τα απανωτά χτυπήματα με αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια, μολονότι δεν άντεχε τη μεγαλομανία της μικρής και εκλάμβανε ως προσωπική συντριβή την τόση αχαριστία. Αναζητούσε στηρίγματα και σχεδόν καθημερινώς έπαιρνε τον Νώντα στο μαγαζί. Την αποφράδα βραδιά, ενόσω εκείνος στρογγυλοκαθισμένος στην μπάρα αργοσάλευε το ποτήρι του να παγώσει σωστά το ουίσκι κι η ίδια καλησπέριζε ακόμα τα κορίτσια, αυτοπροσώπως ο ιδιοκτήτης την κάλεσε στο αυτοσχέδιο λογιστήριο, κολλητά στην κουζίνα. «Σκέφτομαι να κάνω ανακαίνιση, αρχίζοντας από τη φωτεινή επιγραφή. Οχι σπουδαία πράματα» είπε με σάμπως λερωμένη τη φωλιά του.

Η τραγουδίστρια ανθίστηκε πού το πάει. «Να, θα αντικατασταθούν οι παλιοί γλόμποι με λαμπιόνια νέον που αναβοσβήνουν και επί τη ευκαιρία θ’ αλλάξει το κατεβατό με τα ονόματα. Το Αμέλια – Ελβίρα είναι πιο εύηχο απ’ το Ελβίρα – Αμέλια» πρόσθεσε βήχοντας υπόκωφα σαν ποντικομαμή. «Χτυπάει καλύτερα στο μάτι και τηρεί την αλφαβητική σειρά, πώς να το κάνουμε». Προσπάθησε να κρατηθεί ψύχραιμη. Δεν είπε κουβέντα ούτε καν στον Νώντα. Θα τα συζητούσε διεξοδικά μαζί του στο σπίτι και θα ’παιρνε τις οριστικές αποφάσεις της, αφού πρώτα συμβουλευόταν τον δικηγόρο της. Λίγο αργότερα, όμως, δέχτηκε εντελώς αναπάντεχα τη χαριστική βολή. Για να δείξει τη δυσαρέσκειά της προφασίστηκε ζαλάδα και κατέβηκε εσπευσμένα απ’ το πάλκο. Εψαξε τον Καραμπίνη να την πάρει να φύγουν. Δεν ήταν στο μπαρ ως συνήθως. Ούτε στο καμαρίνι, που την περίμενε διαβάζοντας καμιά φορά.

Ακουσε δίπλα στο δωματιάκι του ηλεκτρολόγου, αγκομαχητά ανάμεικτα με πνιχτές κραυγές και κατευθύνθηκε μηχανικά προς τα ’κεί. Τους τσάκωσε τότε στα πράσα να βγάζουν τα μάτια τους με τη λεγάμενη. Κοκάλωσαν μόλις την είδαν. Το πουτανάκι την κοίταξε με ξιπασιά, λες κι είχε καταγάγει την τελειωτική νίκη στον πιο ρυπαρό και βορβορώδη πόλεμο. Ο άλλος κατέβασε το βλέμμα, σαν ανήλικο που πασχίζει να αποφύγει το μάλωμα της μαμάς. Ουδέποτε συναισθάνθηκε τη χρησιμότητα της υπόδειξης πως οι γνήσιοι άντρες οφείλουν να προσέχουν πού βάζουν την πούτσα τους και την υπογραφή τους. Προτού σχηματίσει τη δεύτερη, διάβαζε έστω και διαγωνίως τα κείμενα, αλλά την πρώτη δεν γουστάριζε να τη χαλιναγωγεί. (Συνεχίζεται)