ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οταν η εσωτερική ζωή των ζευγαριών κυλάει αρμονικά, τα προβλήματα προκύπτουν απέξω. Ο κακός μπελάς της Ελβίρας ονομαζόταν Αμέλια. Αμυγδαλιά το βαφτιστικό, Μύγδω τη φώναζε ο μπαμπάς της στο ομώνυμο χωριό της Γορτυνίας κι ήταν προσωποποίηση του φύρδην-μίγδην. Τέτοια ανακατωσούρα δεν ματάγινε. Ειδικότης της να μανουριάζει τους πάντες, παριστάνοντας μάλιστα την αθώα. Ανεξαιρέτως τα θύματά της έπεφταν εμβρόντητα απ’ τα σύννεφα. Την έφερε κάποια βραδιά του Φλεβάρη να την περιθάλψει στο μαγαζί η Φλώρα, η μπριόζα φωνή που άνοιγε κι έκλεινε το πρόγραμμα τις μεγάλες και τις μικρές ώρες. Σε μαύρο χάλι την είχε καταντήσει την άμοιρη το αμόρε της, με το οποίο νταλαβεριζόταν κοντά τρία χρόνια.

Στην Κρήτη τη γνώρισε η Φλώρα. Σε αυγουστιάτικη τουρνέ της αρπαχτής. Τη συμπόνεσε απ’ την πρώτη στιγμή. Τα Πάθη του Χριστού τραβούσε με τον λεγάμενο. Ο Πόλυς, εκ του Πολύβιος, ήταν βίος και πολιτεία. Του σκοινιού και του παλουκιού. Κολλημένος κοτσίδα πάνω της. Στενό μαρκάρισμα. Της περνούσε τα εφτά καρφιά διαρκώς. Δεν έφτανε που της τα ’παιρνε μέχρι φράγκο, την έσπαγε και στο ξύλο για ψύλλου πήδημα. Την έκανες-δεν την έκανες εικοσιπεντάρα. Εκφυλο πρόσωπο, χυμώδες κορμί και προκλητικό ντύσιμο. Σιγοντάριζε μ’ άλλες δυο αναλόγων προσόντων τις φίρμες. Πιο πολύ γλάστρα, παρά τραγουδίστρια.

«Αντρας να σου πετύχει. Γιατί δεν τον χωρίζεις;» την πιλάτευε η Φλώρα. «Είναι ο άνθρωπός μου. Θρέφουμε θερμό αίσθημα. Θα με παντρευτεί, λέει. Γι’ αυτό του δίνω τα λεφτά, ν’ ανοίξουμε σπίτι», απαντούσε αφελώς η Αμέλια, όμως έκανε μπαμ πως κατά βάθος τον φοβόταν. Το φθινόπωρο της γύρεψε δουλειά στην Αθήνα. Τ’ «Αγρια Χαράματα» ήταν κομπλέ, με πέντ’-έξι περσινές ρεπατζούδες να ξεροσταλιάζουν στο περίμενε μπας κι ορφανέψει τίποτα μονιμότερο. Η Φλωρετούλα, όπως την αποκαλούσε ναζιάρικα, της ξηγήθηκε πάντως σπαθί. Μεσολάβησε να την πάρουν για μεροκάματο σε παράδρομο της Παραλιακής. Οχι σπουδαία πράματα, αλλά τουλάχιστον θα καβάτζωνε τον χειμώνα.

Εβγαιναν πού και πού για καφέ τα μεσημέρια και τα ’λεγαν. Η κατάσταση με τον Πόλυ είχε φτάσει στο απροχώρητο. Την πίεζε να πηδιέται με πελάτες κι όταν το ’σκασε με τον πιο ματσό από δαύτους, την ξετρύπωσε και της έκανε τη μάπα μπλε μαρέν. Τσικνοπέμπτη, πηγαίνοντας για δουλειά. Κατέφυγε κλαμένη στη φιλενάδα της με μαυρισμένα μάτια, πρηξίματα, εκδορές κι απ’ τη μέση και πάνω τίγκα στους μώλωπες. Τη γιατροσόφιασαν στο καμαρίνι με την Ελβίρα, η οποία συγκλονίστηκε με το δράμα της και την πήρε στο σπίτι, ώσπου να συνέλθει. Την υιοθέτησε κανονικότατα. Εντελώς αντικανονικά, ωστόσο, γυάλισε στη μικρά ο Νώντας μάλλον όχι για το προκοίλι και τη φαλάκρα του. Ούτε για το ντεμοντέ του μουστάκι. Ζήλεψε τη σχέση τους, που συμπλήρωνε έτος οσονούπω, παλιώνοντας σαν το καλό μεθυστικό κρασί. (Συνεχίζεται)