«Ιμείς μια φουρά σας στιφανώσ’μι, να διούμι τώρα τι θα να φτιάσ’ η παπάς», έσκουξε ο Φίλιππας και γράπωσε ξανά το μπούτι του Νώντα, απελευθερώνοντας την Ελβίρα απ’ τη βάσανο να τον στηρίζει. Αφήνοντας πίσω τους τη Θείρων, ορμήνεψε τον προπορευόμενο σταβλίτη να πάει δεξιά στην Ηλιουπόλεως και πάλι δεξιά στην Κύπρου. Σε δέκα λεπτά, βρίσκονταν στο κατώφλι της Οσίας Ξένης. Το πλακόστρωτο, φάτσα, που οδηγεί στο κτίριο της Μητρόπολης αποδείχτηκε ιδανικός χώρος για να συνεχιστεί το γαμήλιο πάρτι. Ολα ήταν κανονισμένα στην πένα. Εμενε μόνο να διεξαχθεί και η τελετή.
Ο ιερέας έτσουζε τα ποτηράκια του με ημίγλυκο της μεταλαβιάς στο καμαράκι της παρόδου, κάτω απ’ το νότιο κλίτος του ναού και, ακούγοντας τη χάβρα των παροικούντων την Ιερουσαλήμ, βγήκε ανήσυχος να δει τι συμβαίνει. «Πάνου στ’ν ώρα ήρθις πάτιρ. Αϊ πάμι μέσα να παντρέψ’μι ιπιτέλους τα πιδιά», είπε γελώντας αφοπλιστικά ο Ηπειρώτης. «Δεν γίνονται έτσι αυτά τα πράγματα. Χρειάζονται διατυπώσεις, άδειες…», προσπάθησε να κερδίσει χρόνο ο ιερωμένος, ώστε να βγει απ’ τη δύσκολη θέση. «Σκουπός είνι να τ’ς κουκουλώσ’μι μι δόξα κι τιμή. Τα χαρτιά τα βγάν’μι απού βδουμάδα», αντέτεινε ο Φίλιππας κι έσκυψε να του φιλήσει τάχα το χέρι, χώνοντας με τρόπο στη μέσα τσέπη του ράσου ματσάκι με πεντοχίλιαρα, απ’ τα πονηρά που σήκωσε νωρίτερα στην μπαρμπουτιέρα. «Στ’ βράσ’ κουλλάει του σίδηρου. ‘Η τώρα ή πουτέ. Βινσιρέμους», επανέλαβε θριαμβευτικά τα λόγια του Νώντα. «Ούρα», αντήχησε με μια φωνή ο συρφετός.
Καίτοι οινοβαρής, αλάφρωσε υπό το βάρος της δεσμίδας ο αντιπρόσωπος του Θεού και δεν θέλησε να χαλάσει το χατίρι των εκπροσώπων του λαού. Υπεράνω όλων το χριστεπώνυμο πλήρωμα. Ζύγωσε τη Μικρή Αφικλιώτισσα για να υποβάλει ορισμένες τυπικές ερωτήσεις στους σφιχταγκαλιασμένους αναβάτες. Κανείς απ’ τους δύο δεν είχε μαζί του ταυτότητα. Μικρό το κακό. Τόσοι μάρτυρες, άλλωστε, μπορούσαν να επιβεβαιώσουν τα στοιχεία τους. Εφτανε και περίσσευε το δίπλωμα οδήγησης του κουμπάρου. «Εχου κι δυο σακιά ρύζ’ στ’ αμάξ’», πρόσθεσε εκείνος για να δείξει πως είναι τακτοποιημένες ώς κι οι λεπτομέρειες.
Δούλεψε φίνα τη φτιάξη στη φαιά ουσία του ο εφημέριος. Θα συμπλήρωνε τα μητρώα, όταν θα του ’φερναν το αγγελτήριο της εφημερίδας, θα καταχώριζε το μυστήριο στα κιτάπια του σε μελλοντική ημερομηνία και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Δίστασε, δυστυχώς, μόλις πληροφορήθηκε ότι η αίτηση διαζυγίου της νύφης δεν έχει εισέτι τελεσιδικήσει και πως ο γαμπρός διατηρούσε εν ισχύι τρεις παντρειές με αλλόθρησκες σε ισάριθμες ευρωπαϊκές χώρες. Εριξε λοξή ματιά στα τσιράκια του δεσπότη στο απέναντι παράθυρο και επέστρεψε με κρύα καρδιά το μπαξίσι. Η εκκλησία έχασε έτσι τη χρυσή ευκαιρία να διαγράψει οπισθοδρομήσεις αιώνων και να ατενίσει την εποχή της Αλλαγής απαλλαγμένη από σχολαστικούς δογματισμούς. (Συνεχίζεται)
