Η μεθυσμένη φάλαγγα πήρε την Προύσσης κι έστριψε αμέσως δεξιά στην Ικονίου. Προπορευόταν ο ένας απ’ τους σταβλίτες, που προσπαθούσε να καλμάρει τη σαστισμένη απ’ τον ορυμαγδό φοράδα με κύβους ζάχαρης και λογής λογής αλογίσια κανακέματα. Στη ράχη της ο Νώντας, παρασημοφορημένος με γιορντάνια, ξόμπλια, πλουμίδια και τα πιο παράταιρα ποικίλματα, παρέπεμπε σε ελληνικής κοπής σουρεαλιστική εκδοχή του βασιλιά καρνάβαλου. Κρατούσε τα γκέμια με το αριστερό, όχι ασφαλώς για να κατευθύνει την προδιαγεγραμμένη πορεία του αλόγου, όσο για να ισορροπεί το κατά δύναμιν ο ίδιος. Στραφτάλιζε στον ήλιο, στο δεξί του, λουλουδάτο νεροπότηρο ξέχειλο με Τζέιμσον και πάγο. Το δανείστηκε από τη Μικρασιάτισσα τσεμπεροφορούσα κολλητή, που δεν εννοούσε να τον νιώθει να πίνει από σιχαμερά πλαστικά κύπελλα.
Παλαντζάριζε βέβαια πού και πού, αλλά η κυκλώπεια παλάμη του Φίλιππα τού ’σφιγγε σαν μέγκενη τον αριστερό μηρό και δεν τον άφηνε να πέσει. Σπαρμένη σε επίκαιρες θέσεις εκατέρωθεν του αλόγου η ορχήστρα έδινε ρεσιτάλ, ενισχυμένη από την τούμπα του Ευδόκιμου –Μάκης για τους γνώριμους–, που ’χε προσληφθεί με εξάμηνη σύμβαση στη Φιλαρμονική και, ευκαιρίας δοθείσης, καθιστούσε τους συνδημότες αυτήκοους, αυτόπτες και εν γένει μάρτυρες του εκκωφαντικού του ταλέντου. Ο έτερος σταβλίτης σκαμπίλιζε με τρυφερότητα το άτι πισωκάπουλα για να παραμένει γαλήνιο, κάτι στο οποίο συνέβαλε τα μάλα η αμεριμνησία του αναβάτη.
Ακολουθούσε κατά πόδας το ανομοιόμορφο, βαρβαρικό ασκέρι, που ξεδιπλωνόταν σε μήκος τεσσάρων στενών. Καθώς η κεφαλή της φιλεόρτου παράτας πλησίαζε τη Λαοδικείας, η ουρά της διέσχιζε παταγωδώς τη Μενεμένης. Η αρχική πενηντάδα που κατέφθασε απ’ τα πατσατζίδικα της Αθηνάς πλαισιωνόταν τώρα από θαμώνες καφενείων, ουφάδικων, περίεργους γείτονες και γενικά απ’ όλη την ασωτεία Παλαιάς, Νέας Κοκκινιάς, Κουτσικαρίου και περιχώρων. Αρκούντως θορυβώδεις αποδείχτηκαν οι μαθητές του πλησίον Γυμνασίου, που ’χαν την τύχη να σχολάσουν με τετράωρο και να πέσουν πάνω στο νταβαντούρι, το οποίο συζητιόταν στο σχολείο επί μήνες. Αγανακτισμένοι οδηγοί, που μποτιλιαρίστηκαν χωρίς να γνωρίζουν τον λόγο στα συνήθως ήσυχα στενά, επέτειναν κορνάροντας την κοσμοχαλασιά.
Οταν η δαιμονισμένη πανστρατιά μπήκε αριστερά στην Πέτρου Ράλλη, οι περίοικοι της Καισαρείας είχαν ήδη αναστατωθεί. Ολοι εκτός απ’ την Ελβίρα. Δεν κοιμόταν ποτέ πριν από τις εννιά και στις δωδεκάμισι, οπότε πρωτακούστηκε η οχλοβοή, δεν ξυπνούσε που δέκα κομπρεσέρ να δούλευαν ακατάπαυστα πάνω απ’ το μαξιλάρι της, ούτε με οχτώ Ρίχτερ. Είχε αποκτήσει ωστόσο με τα χρόνια την καταραμένη επαγγελματική διαστροφή να μην αντέχει επ’ ουδενί τα φάλτσα κι οι μουσικοί, που ανέβαζαν διαρκώς τα ντεσιμπέλ, δεν καταδέχονταν να παίξουν σωστή νότα μήτε με το περίστροφο στον κρόταφο. Περνώντας την Καραολή και Δημητρίου η πομπή, η αοιδός άρχισε να στριφογυρίζει στο σεντόνι και στρίβοντας πια στην Καισαρείας πετάχτηκε σαν ελατήριο. (Συνεχίζεται)
