«Οργιάζουν οι καταπατητές δημόσιων εκτάσεων», τιτλοφορείται («Εφ.Συν.» 20/9) δημοσίευμα, το οποίο αναφέρεται σε απάντηση του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών Τρύφωνα Αλεξιάδη στον βουλευτή της Ν.Δ. Ευάγγελο Μπασιάκο.
Μάλιστα. Ρώτησε, φαίνεται, ο βουλευτής τον αρμόδιο υπουργό: «Τι γίνεται, κύριε υπουργέ μας, με το θεματάκι μας;», το οποίο, προφανώς, δεν γνώριζε.
Διότι, αν το γνώριζε, γιατί να το ρωτήσει; Και ο υπουργός, ως έδει, ενημέρωσε τον βουλευτή, για κάτι που ο κόσμος το ’χει τούμπανο κι οι καταπατητές κρυφό καμάρι, με… οικοδομικούς συνεταιρισμούς, συλλόγους, υπογραφές, σφραγίδες και όλα τα συναφή από αμνημονεύτων χρόνων.
Αν και η ένστασή μου είναι κάπως διαφορετική ∙ αντεστραμμένη: Μάλλον ο υπουργός, σ’ αυτήν ειδικά την περίπτωση, θα έπρεπε να ζητήσει ενημέρωση από τον βουλευτή σε… βάθος χρόνου, εκ πείρας της παρατάξεώς του:
Τι έγινε όλα αυτά τα χρόνια με τις καταπατήσεις δημόσιας γης. Αλλά και πόσο γνωρίζει το Δημόσιο ποιες από τις γαίες του έχουν καταπατηθεί και πώς.
Ιδίως πώς κατορθώθηκε το «πριμ» προς καταπατητές: «με βάση την ισχύουσα νομοθεσία», επί «αστικών ακινήτων, (να) έχουν δικαίωμα να γίνουν κανονικοί κάτοχοι καταβάλλοντας ένα αντίτιμο».
Δύο ιστορικά στοιχεία μόνο, χονδρικά, γιατί δεν ανέτρεξα στις πηγές μου, αλλά έχω ξαναγράψει γι’ αυτά, είναι περίπου έτσι όπως τα γράφω και δείχνουν, νομίζω, το εύρος (βάθος και πλάτος) αυτού που το ρεπορτάζ χαρακτηρίζει «εθνικό… σπορ»:
Τον 19ο αιώνα, όλη η Νότια Πεντέλη, μέχρι το Χαλάνδρι, αγοράστηκε από την περίφημη Δούκισσα της Πλακεντίας.
Λίγο μετά τον θάνατό της εμφανίστηκε Γάλλος τις, υποτίθεται ανιψιός της και μόνος κληρονόμος (τρέχα γύρευε…) και πούλησε όλη την έκταση (τρεις-τέσσερις δήμοι σήμερα!) στο ελληνικό κράτος.
Δεύτερον, με την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας, το 1881, μετρήθηκαν στη Θεσσαλία καμιά δεκαριά οθωμανικά τσιφλίκια. Προς το τέλος του αιώνα τα… νεο-οθωμανικά τσιφλίκια ξεπερνούσαν τα τριάντα…
