Λαύκος, Νότιο Πήλιο, ξημέρωμα Σαββάτου, ομίχλη. Είπαμε να ρισκάρουμε, ξεκινήσαμε μεσημέρι, φτάσαμε νυχτιάτικα, με χίλια βάσανα, αφού ανεβοκατεβήκαμε μυριάκις τον Παρνασσό σε παρακάμψεις. Μπλόκα. Αλλά και τροχονόμοι που, αν δεν βαριόντουσαν, έδιναν πληροφορίες μάλλον προς το αόριστο και το υπερβατικό, μακράν του κόσμου τούτου.
Αγρότη πάντως δεν είδαμε, ούτε για δείγμα. Είδαμε μπλόκα και τρακτέρ, πολλά, αρκετά με ανυψωμένη την ελληνική σημαία. Αλλά από αγρότη, εκτός από κάποια περιορισμένη κίνηση στο μπλόκο Μικροθηβών, ούτε ανάσα.
Οπως σε κάτι αμερικανικές ταινίες επιστημονικής φαντασίας, που η σκηνοθεσία και η κατάλληλη μουσική σε προδιαθέτουν –ιδίως οι νυχτερινές σκηνές– ότι θα συμβεί κάτι συνταρακτικό για τους επιβάτες του μόνου κι έρημου αυτοκινήτου μες στη θύελλα.
Στις ταινίες βέβαια όλο και κάτι συμβαίνει, με το οποίο ο σκηνοθέτης φιλοδοξεί να συγκλονίσει τον θεατή. Στην περίπτωσή μας, το μόνο που συνέβη ήταν να καταβροχθίσουμε όσα κριτσίνια και κρουασανάκια βουτύρου μεταφέραμε για το πρωινό της επομένης.
Το χρήσιμο της υποθέσεως: Περιηγηθήκαμε ορεινά χωριά του Παρνασσού (νομίζω και του Καλλιδρόμιου!), τα ίδια ή τις πινακίδες τους: Ρεγκίνι, Μόδι, Αμφίκλεια, Παύλιανη (όλο το Αντάρτικο της Ρούμελης!), στο τόξο που οδηγεί από τα πρόθυρα της Λαμίας (τη βλέπαμε, στα πέντε χιλιόμετρα…), πάλι στη Λαμία (μετά από ώρες…), αλλά μέσω Μπράλου, χαμένοι στην άγρια φύση και ανταλλάσσοντας πληροφορίες με άλλους οδηγούς, το ίδιο χαμένους, κάνοντας μανούβρες και αλλάζοντας κατευθύνσεις με μόνο οδηγό την έμπνευση.
Ουδέποτε φανταζόμουν ότι θα ερχόταν στιγμή στη ζωή μου που, βλέποντας αφ’ υψηλού τα φώτα της Λαμίας, θα αναφωνούσα, έμπλεος συγκινήσεως (μόνο που δεν δάκρυσα!): «Λαμία! Λαμία!», όπως οι μύριοι του Ξενοφώντα βροντοφώναξαν: «Θάλαττα! Θάλαττα!».
Συμπέρασμα: Αν δεν γίνουν αμοιβαίες παρακάμψεις από τα μπλόκα αγροτών και πρωθυπουργού και δεν συναντηθούν στα μίνιμα σήμερα στου Μαξίμου, Πήλιο δεν βλέπω στον ορίζοντα…
