Η τοποθέτηση του υφυπουργού Μεταφορών για την κατάργηση της απαλλαγής από τα διόδια της Εγνατίας Οδού δεν ήταν μια απλή απάντηση σε κοινοβουλευτική ερώτηση. Αποτύπωσε τη συνολική αντίληψη της κυβέρνησης για τη Θράκη: έναν χώρο γεωπολιτικής σημασίας και όχι έναν τόπο ζωής, παραγωγής και ανάπτυξης.
Ο υφυπουργός υποστήριξε ότι η Θράκη δεν μπορεί να θεωρείται ακριτική περιοχή επειδή συνορεύει και με κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με μία φράση, αμφισβήτησε μια διαχρονική εθνική πολιτική. Από την Επιτροπή Τσουδερού το 1990 έως τη Διακομματική Επιτροπή για την Ανάπτυξη της Θράκης το 2020, την οποία συγκρότησε η ίδια η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, η Θράκη αναγνωρίζεται ως περιοχή με ιδιαίτερες ανάγκες που απαιτεί ειδικές πολιτικές ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής. Σήμερα, η κυβέρνηση αρνείται στην πράξη όσα η ίδια είχε αναγνωρίσει.
Την ίδια στιγμή, ο Έλληνας επίτροπος Απόστολος Τζιτζικώστας χαρακτήρισε από τον Έβρο τη Θράκη «ασπίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης», ανακοινώνοντας ευρωπαϊκή χρηματοδότηση 1,7 δισ. ευρώ για την προστασία των εξωτερικών συνόρων. Όταν πρόκειται για φράχτες, επιτήρηση και γεωπολιτική, η Θράκη είναι στρατηγικής σημασίας. Όταν όμως πρόκειται για τους ανθρώπους της, τις επιχειρήσεις, τους αγρότες και τους νέους που εγκαταλείπουν τον τόπο τους, παύει να είναι ακριτική.
Από την 1η Ιουλίου τα επαγγελματικά οχήματα της Θράκης χάνουν την απαλλαγή από τα διόδια της Εγνατίας. Το κόστος δεν θα επιβαρύνει μόνο τους μεταφορείς. Θα μεταφερθεί στον αγρότη, στη μικρομεσαία επιχείρηση, στον καταναλωτή και τελικά στην ανταγωνιστικότητα της τοπικής οικονομίας. Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση αποδέχτηκε μείωση περίπου 220 εκατομμυρίων ευρώ στο τίμημα της παραχώρησης της Εγνατίας. Για τον παραχωρησιούχο βρέθηκαν εκατοντάδες εκατομμύρια· για τους κατοίκους της Θράκης η απάντηση είναι ότι «δεν το επιτρέπει η σύμβαση». Πρόκειται για πολιτική επιλογή.
Ακόμα πιο αποκαλυπτική είναι η προτροπή προς τους επαγγελματίες να χρησιμοποιούν το παλαιό εθνικό δίκτυο. Η Εγνατία Οδός δεν είναι δρόμος πολυτελείας, αλλά ο βασικός ευρωπαϊκός άξονας που στηρίζει την οικονομία της περιοχής. Η παλαιά εθνική οδός δεν αποτελεί ισοδύναμη εναλλακτική, καθώς έχει χαμηλότερες προδιαγραφές ασφάλειας, μεγαλύτερους χρόνους διαδρομής και σε αρκετά σημεία περιορισμούς για βαρέα οχήματα. Με άλλα λόγια, όποιος δεν μπορεί να πληρώσει τα διόδια καλείται να πληρώσει σε χρόνο, καύσιμα και λειτουργικό κόστος. Αυτή δεν είναι πολιτική περιφερειακής ανάπτυξης, αλλά αποδοχή της περιφερειακής ανισότητας.
Η ίδια λογική αποτυπώνεται και στον σιδηρόδρομο. Η κυβέρνηση προωθεί τον κάθετο άξονα Αλεξανδρούπολη – Ορμένιο για τη γεωστρατηγική σημασία του, ενώ η αξιόπιστη σιδηροδρομική σύνδεση της Θράκης με τον εθνικό κορμό εξακολουθεί να υπολείπεται. Το ερώτημα είναι προφανές: προηγείται η εξυπηρέτηση των αναγκών της τοπικής κοινωνίας ή ευρύτεροι γεωπολιτικοί και διαμετακομιστικοί σχεδιασμοί;
Η Θράκη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο ως διάδρομος στρατιωτικών, ενεργειακών ή εμπορευματικών μεταφορών. Η πραγματική εθνική ασφάλεια θεμελιώνεται σε μια περιφέρεια με πληθυσμό, παραγωγή, εργασία, σύγχρονες υποδομές και προοπτική. Η Θράκη δεν ζητά προνόμια. Ζητά ισοτιμία, συνέπεια και μια πολιτική που θα την αντιμετωπίζει ως εθνική προτεραιότητα όχι μόνο για τα σύνορα, αλλά και για την ανάπτυξη και την ποιότητα ζωής των ανθρώπων της. Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα.
*Οικονομολόγος, πρώην βουλευτής Έβρου
