Απαστράπτουσα λιμουζίνα. Χρώμα χρυσαφί, κάμπριο. Οδηγούσε ξανθιά, κοντό μαλλί, όμορφη, ακατάδεχτη. Στρίβει από Μιχαλακοπούλου, δεξιά τη Βασ. Αλεξάνδρου. Με προσπερνάει, στρίβει δεξιά προς το Χίλτον.
Μένω με την απορία: πώς βρέθηκε στην Αθήνα του 2019 αμάξι σαν αυτά που κυκλοφορούσαν προτού χτιστεί το Χίλτον, και τα βλέπαμε, πιτσιρικάδες, στις δεξιώσεις του Αμερικανού πρέσβη, έξω από την κατοικία του, στην άλλοτε βίλα Λύδη, στους Αμπελοκήπους, πλάι στο μαιευτήριο της Ελενας!
Περνώντας μπροστά από το Χίλτον, είδα παρκαρισμένες πλήθος από λιμουζίνες σαν αυτή που με προσπέρασε. «Καμιά δεξίωση του πρέσβη θα είναι!», σκέφτηκα. Τότε ξύπνησα. Είδα το ρολόι: έξι παρά δέκα, ξημερώματα. Αναψα το πορτατίφ στο κομοδίνο. Μικρό δωμάτιο, αλλά άνετο, περιποιημένο. Τεντώθηκα στο κρεβάτι. Ξυπνούσα από όνειρο δεκαετίας του ’50 και έμπαινα σε όνειρο, τέλη Μαρτίου 2019 [Πρωταπριλιά σήμερα], σαν ψέμα…
Εφτά και τέταρτο, με συννεφιά και βροχή αχνή, λεπτόκοκκη, ντυμένος καλά, με σκουφί και γάντια, βάδιζα στην Μπρόντγουεϊ, στην πρώτη μου επαφή με τη Νέα Υόρκη, ακριβώς την ώρα που ξυπνούσε -αν κοιμάται και ποτέ! Αφθονούν οι επιγραφές στις προθήκες των καταστημάτων: «Ανοιχτά όλο το 24ωρο», ιδίως στα σούπερ μάρκετ και τα λογής σαντουιτσάδικα/πιτσαρίες. Κάτι σαν τα δικά μας σουβλατζίδικα, αλλά σε ποικιλίες αφάνταστες και με συνταγές από όλο τον κόσμο.
Περιποιημένα. Γρήγορα: κάθεσαι, τρως ή παίρνεις και φεύγεις άψε-σβήσε, και ντελίβερι. Χάρτινα πιάτα και ποτήρια, πλαστικά μαχαιροπίρουνα, αναλώσιμα. Φτηνά, για τα νεοϋορκέζικα δεδομένα. Σε κάποια και ATM, να μπορείς να σηκώσεις χρήματα! Σε κανένα –απ’ όσο κατάλαβα– δεν σερβίρεται αλκοόλ, ούτε καν μπιρα! Ισως κάνω λάθος, αλλά και στο Ρίτσμοντ που ήμουν και στη Νέα Υόρκη που είμαι, δεν είδα φαστφουντάδικο που να σερβίρει αλκοόλ.
