«Κατά την αποχώρησή τους, περίπου στις 11 το βράδυ, οι φασίστες επιτέθηκαν και σε καφετέριες στην παραλιακή λεωφόρο Νίκης, φωνάζοντας “Μαζέψτε τα, θα τα σπάσουμε όλα”. Και το ’καναν…».
Ετσι καταλήγει ο Νίκος Φωτόπουλος το ρεπορτάζ του στην «Εφ.Συν.» της Δευτέρας, που επιγράφεται «ΔΕΘα περάσει ο φασισμός» και αναφέρεται στα (έκτροπα) επεισόδια που σημειώθηκαν στη Θεσσαλονίκη κατά τα εγκαίνια της ΔΕΘ και την εκεί παρουσία του πρωθυπουργού. Οπου «όλες οι συγκεντρώσεις και οι πορείες ήταν… απρόσμενα ήρεμες, εκτός από τους ακροδεξιούς κουκουλοφόρους των “μακεδονομάχων”, οι οποίοι τα έκαναν γυαλιά-καρφιά για ώρες στο ιστορικό κέντρο…» κ.λπ. κ.λπ. επιθέσεις, τραυματισμοί, προσαγωγές.
Κατά υπολογισμούς, οι «κουκουλοφόροι φασίστες» (προσωπιδοφόροι, νομίζω: δεν φορούν κουκούλες, είναι μασκαρεμένοι, κρύβουν τα πρόσωπα) ήταν δύο ομάδες των πενήντα ατόμων εκάστη.
50+50 (προπαρασκευασμένοι να τα κάνουν λαμπόγυαλο, αν όχι και να χύσουν αίμα), συν κάποιοι –όχι πολλοί πάντως– απαράσκευοι, που μετείχαν στο συλλαλητήριο εναντίον της Συμφωνίας των Πρεσπών και τους ακολούθησαν.
Μετά, ξαναχώθηκαν στα «λαγούμια»: κρύφτηκαν στο πλήθος, παρέσυραν μέρος του πλήθους, χάθηκαν στο πλήθος…
Μετά τη δίκη του Χίτλερ για το «Πραξικόπημα της Μπυραρίας» στο Μόναχο (Νοέμβριος 1923) και τη βελούδινη καταδίκη του (μετατροπή πενταετούς φυλάκισης σε οκτάμηνη και 500 μάρκα πρόστιμο –υπερπληθωρισμένα, νομίζω 4.000 μάρκα το δολάριο!– σε φυλακή-ξενοδοχείο, λόγω προτέρου εντίμου βίου…), ο σπουδαίος Αυστριακός, εβραϊκής καταγωγής, συγγραφέας Γιόζεφ Ροτ θα γράψει στο περιοδικό των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών «Φόρβαρτς»: «Στο Μόναχο ανοίγουν οι τάφοι της παγκόσμιας ιστορίας και από μέσα τους σκαρφαλώνουν εκείνοι που τους θεωρούσαμε πτώματα […] – και όλη η Γερμανία στέκει αδιάφορη και παρακολουθεί τούτο το θαύμα…».
Ειδικά αφιερωμένο στην αντιφασιστική/αντιρατσιστική διαδήλωση του Σαββάτου στο Σύνταγμα.
