«Μη μου κρατάς κλειστή την πόρτα, βρέχει ο θεός και θα βραχώ…». Μούτσης, Γκάτσος, Κόκοτας. Τότε: 1967, είδα στο youtube. Βρίσκεις τα πάντα σήμερα πατώντας ένα κουμπάκι στις αναζητήσεις.
Η δυσκολία είναι όταν αναζητείς τον εαυτό σου. «Βρέχει όπως και στην προηγούμενη σελίδα». Σαχτούρης.
Κάθε φορά που βρέχει –σε διάρκεια, όπως τώρα– θυμάμαι το στίχο. Επιχείρησα και παραλλαγή του προχθές: Βρέχει μονοσύλλαβα, παίζοντας με το λόγο και τη λέξη: μονότονα. Δεν συμφωνώ με τον Καρυωτάκη πως «η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε».
Ομως, ούτως ή άλλως, είναι καταφύγιο και παραμυθία (παρηγοριά), είτε τη γράφεις είτε τη διαβάζεις: «Βρέχει ο θεός και θα βραχώ…».
Την Καθαρή Δευτέρα πάντως δεν έβρεξε. Απείλησε ο καιρός, αναψοκοκκίνισε, αλλά δεν κατέβασε το χέρι. Δεν μας τα χάλασε· τουλάχιστον στη Αττική.
Οικογενειακή συγκέντρωση, μεσημεριάτικη, κάπου στην ανατολική ακτή, μεταξύ Αρτέμιδας και… Λούτσας (το δεύτερο της λαογραφίας, το πρώτο της αρχαίας Ιστορίας μεταγενέστερο, επί το μεγαλοπρεπέστερο). Πεντέμισι είμαι στο μετρό.
Και τι κάνεις τώρα μέχρι το βράδυ! Τύχη αγαθή (στη δοτική αυτά, αλλά τώρα πια τρέχα γύρευε για περισπωμένες), η έμπνευση με οδήγησε στο στέκι μας, στη «Μουριά» των Εξαρχείων, μπας και πετύχω κανέναν ακόμα ξέμπαρκο.
Δεν υπήρχε ψυχή στο μαγαζί. Υπήρχαν μόνο ψυχές. Πολλές. Τρεις-τέσσερις παρέες των τεσσάρων-πέντε και μία, στο κέντρο, μεγάλη· των δεκαπέντε.
Νέοι και νέες όλοι και όλες. Ολο νιάτα το μαζί. Αμα διαιρούσες τα χρόνια τους με τα χρόνια μου, έβγαζες πεντέξι!
Μπουζούκι, κιθάρα, δύο βιολιά κι ένα ούτι. Μουσική πανδαισία. Κουβεντιάζουμε και οι άνθρωποι, σκέφτηκα, όμως όταν κουβεντιάζουν τα όργανα, δεν υπάρχουν φάλτσα. Είναι όμορφοι οι νέοι μας.
