Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η συζήτηση για το κράτος δικαίου είναι πάντα επίκαιρη και ίσως απαιτείται η συνέχισή της σε περισσότερα πεδία. Στους στοχασμούς που συνδέουν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, τα «Ιστορικά» του Θουκυδίδη ρίχνουν φως σε αίτια και αιτιατά του ατροφικού πολιτικού γίγνεσθαι. Ο Θουκυδίδης δεν κατέγραψε απλώς έναν πόλεμο· κατέγραψε τον τρόπο με τον οποίο η εξουσία μετατρέπει το συμφέρον σε επιχείρημα. Στους λόγους των Αθηναίων, το δίκαιο δεν εμφανίζεται ως σταθερός κανόνας, αλλά ως κάτι που προσαρμόζεται: όσα κατέχουν τα εμφανίζουν ως δικαιολογημένα, όχι επειδή είναι δίκαια, αλλά επειδή -όπως ισχυρίζονται- τα αξίζουν. Εκεί βρίσκεται η κρίσιμη μετατόπιση: όταν το δίκαιο παύει να είναι όριο και γίνεται αφήγηση, ανοίγει ο δρόμος για τη δικαιολογία.

Περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια μετά, αυτή η μετατόπιση δεν είναι θεωρητική. Είναι πολιτική επιλογή. Και στη σημερινή Ελλάδα φέρει συγκεκριμένη υπογραφή, αυτή του πρωθυπουργού, ο οποίος δεν περιορίζεται στο να λαμβάνει αποφάσεις. Επιλέγει συστηματικά να τις παρουσιάζει ως αναπόφευκτες. Η ευθυγράμμιση με τις επιλογές του αδηφάγου σε πολεμικές συγκρούσεις κράτους των ΗΠΑ και του γενοκτόνου κράτους του Ισραήλ βαφτίζεται «ρεαλισμός», ακόμη και όταν το διεθνές δίκαιο εφαρμόζεται επιλεκτικά – άλλοτε ως επιχείρημα, άλλοτε ως ενόχληση που πρέπει να παρακαμφθεί. Αυτό, όμως, δεν είναι ρεαλισμός. Είναι πολιτική στάση. Και εδώ αποκαλύπτεται η αντίφαση. Ακόμη και κυβερνήσεις που κινούνται στον ίδιο ιδεολογικό χώρο βρίσκουν -όταν το επιλέγουν- το περιθώριο να θέσουν όρια. Η Τζόρτζια Μελόνι δεν άλλαξε πολιτικό στρατόπεδο. Ομως, όταν προχώρησε σε αναστολή αμυντικής συνεργασίας με το Ισραήλ, έδειξε ότι υπάρχει ένα σημείο πέρα από το οποίο η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα – είναι συνενοχή.

Στην Ελλάδα, ο πρωθυπουργός επιλέγει να μην αναγνωρίσει καν την ύπαρξη αυτού του ορίου. Και όταν δεν το αναγνωρίζει στην εξωτερική πολιτική, το μεταφέρει στο εσωτερικό. Γιατί το κράτος δικαίου δεν καταρρέει απότομα. Διαβρώνεται. Διαβρώνεται όταν οι κανόνες εφαρμόζονται κατά περίπτωση. Οταν τα δημόσια αγαθά μετατρέπονται σε πεδίο «αξιοποίησης».

Οταν ολόκληρες κοινότητες, όπως στα Προσφυγικά, αντιμετωπίζονται όχι ως κοινωνικοί χώροι ζωής και συλλογικής οργάνωσης, αλλά ως ακίνητα προς εκκαθάριση. Εκεί όπου αναπτύχθηκαν σχέσεις αλληλεγγύης και αυτοοργάνωσης, η πολιτεία βλέπει μόνο τετραγωνικά μέτρα και επενδυτικό ενδιαφέρον. Αυτό δεν είναι ουδετερότητα· είναι σαφής πολιτική επιλογή που αντιστρατεύεται την αλληλεγγύη και την ελεύθερη σκέψη.

Διαβρώνεται, κυρίως, όταν η ίδια η Δικαιοσύνη παύει να εκπέμπει αίσθημα ισονομίας. Σε ένα πραγματικό κράτος δικαίου, όσοι καταγγέλλουν σοβαρές παραβιάσεις δεν τίθενται στο περιθώριο. Ομως, η περίπτωση της δικαστή που ανέδειξε υπόθεση κακοποίησης ανηλίκων και τελικά απομακρύνθηκε από το σώμα παραμένει μια σκοτεινή υπενθύμιση ότι η ισονομία δεν εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο για όλους, αφού ο κύριος κατηγορούμενος στην υπόθεση αυτή -δικαστικός λειτουργός-προήχθη επί κυβέρνησης Ν.Δ. Και τότε η διάβρωση γίνεται κανονικότητα. Οι αποκαλύψεις για τις υποκλοπές δεν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Ηταν η απόδειξη ότι οι θεσμικές εγγυήσεις μπορούν να παρακαμφθούν χωρίς ουσιαστικό κόστος. Οτι η λογοδοσία καθυστερεί, αποδυναμώνεται και στην πράξη ακυρώνεται. Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα. Οχι μια επιμέρους επιλογή. Αλλά μια αντίληψη εξουσίας που διαπερνά τα πάντα. Μια αντίληψη που θεωρεί ότι το δίκαιο δεν είναι όριο, αλλά εργαλείο. Οτι οι θεσμοί υπάρχουν απλά για να υπολειτουργούν – όχι για να ελέγχουν. Οτι η ισχύς προηγείται και η δικαιολογία ακολουθεί.

Ο Θουκυδίδης το είχε ήδη περιγράψει στον Διάλογο των Μηλίων: εκεί όπου η ισχύς γίνεται το μέτρο, το δίκαιο δεν εξαφανίζεται – μετατρέπεται σε δικαιολογία. Και τότε οι θεσμοί δεν καταργούνται. Παραμένουν, αλλά παύουν να επιτελούν τον ρόλο τους. Γιατί όταν η εξαίρεση γίνεται κανόνας, το κράτος δικαίου δεν υποχωρεί απλώς – παύει να υπάρχει.

Ανεξάρτητη βουλευτής Α’ Ανατολικής Αττικής