Σε περιόδους κοινωνικής και πολιτικής κρίσης, τα ζητήματα ισότητας και δικαιωμάτων συχνά αντιμετωπίζονται ως δευτερεύοντα. Ωστόσο, ακριβώς σε τέτοιες περιόδους, αποκαλύπτεται με μεγαλύτερη ένταση ποιες/οι πλήττονται πρώτες/οι και ποιες/οι μένουν απροστάτευτες/οι. Οι πολλαπλές ανισότητες που βιώνουν καθημερινά οι γυναίκες, ο αποκλεισμός των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων, η περιθωριοποίηση των αναπήρων και των κοινωνικά ευάλωτων δεν είναι φυσικά παρενέργειες της κρίσης. Αποτελούν δομικά χαρακτηριστικά ενός άνισου συστήματος. Η πραγματικότητα των τελευταίων ετών άλλωστε είναι αποκαλυπτική: η βία κατά των γυναικών και των κοριτσιών αντιμετωπίζεται αποσπασματικά, χωρίς επαρκείς πολιτικές πρόληψης και στήριξης. Τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα συχνά γίνονται στόχος απαξιωτικών λόγων και βίαιων επιθέσεων και τα δικαιώματά τους παρουσιάζονται ως «ιδεολογικές υπερβολές», ενώ οι ανάπηρες και οι ανάπηροι εξακολουθούν να αποκλείονται από τον δημόσιο χώρο, την εργασία και τη λήψη αποφάσεων.
Οι συγκεκριμένες πραγματικότητες δεν συνιστούν προφανώς μεμονωμένες αστοχίες, αλλά πολιτικές επιλογές. Η υποβάθμιση των πολιτικών ισότητας και συμπερίληψης ενισχύει τον κοινωνικό αποκλεισμό και αποδυναμώνει τη δημοκρατική συνοχή. Κι αυτό γιατί η συμπερίληψη αποτελεί θεμελιώδη δημοκρατική αρχή. Αφορά το ποιες/οι συμμετέχουν στη δημόσια σφαίρα, ποιες/οι εκπροσωπούνται και ποιες/οι μένουν αόρατες/οι. Αφορά, όμως, ταυτόχρονα και τον σχεδιασμό πολιτικών που λαμβάνουν υπόψη τις πολλαπλές μορφές ανισότητας και καταπίεσης. Υπογραμμίζει δε την ανάγκη για μια δημοκρατία συμμετοχική και κοινωνικά εδραιωμένη. Μια δημοκρατία που δεν φοβάται λ.χ. να ενσωματώσει τα αιτήματα των φεμινιστικών, ΛΟΑΤΚΙ και αναπηρικών κινημάτων, και όχι μόνο, ως κεντρικά πολιτικά αιτήματα.
Ετσι είναι εξαιρετικά παρήγορο και πολιτικά ουσιαστικό το γεγονός πως οι ομάδες εργασίας του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα, μεταξύ άλλων, επεξεργάζονται φεμινιστικές και ΛΟΑΤΚΙ πολιτικές, όπως και πολιτικές συμπερίληψης για άτομα με αναπηρία, χρόνιες/ους και σπάνιες/ους ασθενείς κ.ά., τις οποίες θα θέσουν πριν από την ολοκλήρωσή τους σε διαβούλευση με φορείς των συγκεκριμένων κοινωνικών κατηγοριών. Με δυο λόγια, οι φεμινιστικές οργανώσεις, η ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα οι επιστημονικοί φορείς κ.λπ. καλούνται να συνδιαμορφώσουν ουσιαστικά –όχι απλώς να σχολιάσουν– τις πολιτικές που σχεδιάζονται.
Αυτή η συμμετοχικότητα ενισχύει τη δημοκρατική νομιμοποίηση και την αποτελεσματικότητα των προτάσεων. Δείχνει δε και την αντίληψη του Ινστιτούτου και των ανθρώπων που το συγκροτούν, και ιδιαίτερα του Αλέξη Τσίπρα, ότι η ισότητα αντιμετωπίζεται ως οριζόντια στρατηγική επιλογή και όχι ως αποσπασματική παρέμβαση. Σηματοδοτεί, δε, μια σαφή αξιακή τοποθέτηση υπέρ των δικαιωμάτων, ενώ συνοδεύεται από οργανωμένο, επιστημονικά τεκμηριωμένο και συμμετοχικό σχεδιασμό. Και αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο: ότι η ισότητα αντιμετωπίζεται επίσης όχι ως ρητορική υποχρέωση, αλλά σαν θεμέλιο μιας νέας κοινωνικής συμφωνίας, όπου ο φεμινισμός και τα ΛΟΑΤΚΙ δικαιώματα, τα δικαιώματα των αναπήρων, και όχι μόνο, αποτελούν αδιαχώριστους πυλώνες μιας σύγχρονης, ανθεκτικής και δίκαιης δημοκρατίας. Και σε κάθε περίπτωση, σε περίοδο κατά την οποία ο συντηρητισμός επιχειρεί να επαναφέρει την αμφισβήτηση δικαιωμάτων ως «κανονικότητα», η συγκρότηση ενός Ολιστικού Σχεδίου Ισότητας αποτελεί πράξη θεσμικής ευθύνης, αφού η δημοκρατία δεν μετριέται από τις διακηρύξεις της, αλλά από το ποια/ον προστατεύει όταν δοκιμάζεται.
*Ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αιγαίου, μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα
