Σήμερα με πήρε τηλέφωνο ένας φίλος. Τηλέφωνο. Δεν μου έστειλε ούτε γραπτό μήνυμα, ούτε φωνητικό. Με πήρε τηλέφωνο κανονικά. Οχι στα social media. Κανονική τηλεφωνική κλήση, από εκείνες τις παλιές. Σπάνιο φαινόμενο πια. Σαν έκλειψη ηλίου ή σαν βροχή τον Αύγουστο. Και πριν προλάβει να πει το όνομά του, με ρώτησε -σχεδόν ικετευτικά- «σ’ ενοχλώ;». Αραγε αυτή η ερώτηση αφορά όντως την «ενόχληση» αυτή καθαυτή ή το αν αντέχουμε πλέον να ακούμε μια φωνή χωρίς φίλτρα, delete ή edit. Αν αντέχουμε την αναπνοή πίσω από τις λέξεις.
Ζούμε σε μια εποχή που οι λέξεις έχουν μπει σε καλούπια. Χρησιμοποιούμε λίγες, επαναλαμβανόμενες, σαν κονσέρβα που δεν λήγει ποτέ – αλλά ούτε και μας θρέφει. Δεν λέμε τίποτα καινούργιο, δεν ακούμε, δεν ρισκάρουμε. Ο αυτοκινητόδρομος της κοινοτοπίας είναι γρήγορος, ασφαλής και εντελώς αδιάφορος. Και το GPS μας -όπως πάντα- να δείχνει «φτάσατε στον προορισμό σας» πριν καν ξεκινήσουμε.
Κι όμως, το όριο -αυτό που μας μάθανε ότι σημαίνει φραγμός- στα λατινικά είναι το limite. Λοξός δρόμος. Ξεστρατίζεις λίγο από το συνηθισμένο, μπαίνεις σε μονοπάτι που δεν έχει πατηθεί πολύ. Αλλά ποιος θα το τολμήσει; Εκεί, πέρα από το σύνορο, μπορεί να συναντήσεις ανθρώπους που μιλάνε πολύ. Ή, χειρότερα, που μιλάνε αληθινά. Και που ακούνε.
Περάσαμε χρόνια να χτίζουμε τείχη για να προστατεύσουμε τον εαυτό μας από τους άλλους. Και τώρα, ξαφνικά, ανακαλύπτουμε ότι χτίσαμε τείχη και μέσα μας. Οτι φοβόμαστε τις ίδιες μας τις λέξεις. Γιατί, όταν ειπωθούν, όταν γραφτούν, δεν γίνεται να τις πάρεις πίσω. Κι αυτές, ύπουλα, φωτίζουν πράγματα που βολεύτηκες να τα κρατάς στο σκοτάδι.
Κάθε φορά που λέμε κάτι ουσιαστικό, είναι σαν να συναντάμε τον εαυτό μας σ’ ένα πρώτο ραντεβού. Χωρίς να ξέρουμε αν θα υπάρξει δεύτερο. Και, όπως σε κάθε πρώτο ραντεβού, υπάρχει ο πειρασμός να πεις ψέματα. Ή να πεις τη μισή αλήθεια.
Σήμερα, όλα δείχνουν να έχουν ήδη ειπωθεί και ιδωθεί. Η φαντασία είναι η μόνη πράξη που μοιάζει ακόμη επαναστατική. Οχι η φαντασία της διαφήμισης ή των πολιτικών δελτίων, αλλά εκείνη που γεννιέται όταν κοιτάζεις τον άλλον στα μάτια και τον ακούς χωρίς να βιάζεσαι να απαντήσεις.
Κι αν με ρωτάς, ναι, η κεντρική λεωφόρος προς τη φαντασία είναι μία. Η αγάπη. Αλλά όχι η αγάπη που πουλάνε οι βιτρίνες στις 14 Φλεβάρη. Η άλλη. Αυτή που μιλάει, που σπάει το όριο, που παίρνει τον λοξό τον δρόμο και σε φέρνει σε μέρη που δεν ήξερες ότι υπάρχουν.
Κι ίσως, αν μάθουμε πάλι να την προφέρουμε χωρίς φόβο, να μη χρειάζεται πια να ξεκινάμε καμία μας φράση με το «σ’ ενοχλώ;».
