Δευτέρα του Γενάρη. Το ημερολόγιο έγραφε: 2026. Ο αέρας λιγάκι βαρύς, σαν την υγρασία πριν από τη βροχή. Ανοιξα το παράθυρο. Το φως ξεχύθηκε στο πάτωμα κάπως άγαρμπα, κι εγώ -ναι, την έχω ακόμα αυτή την κακή συνήθεια- άνοιξα το κινητό. Ειδοποιήσεις με τον ίδιο τίτλο κατέκλυσαν την οθόνη: «Μαρία Καρυστιανού: το θέμα των αμβλώσεων πρέπει να τεθεί σε δημόσια διαβούλευση».
Ετριψα τα μάτια μου. Σήκωσα το κεφάλι και κοίταξα πάλι το ημερολόγιο απέναντι, λες κι έφταιγε εκείνο. 2026. Και τότε αναρωτήθηκα: Πότε ακριβώς γυρίσαμε τόσο πίσω; Πότε το αυτονόητο έγινε πάλι διαπραγματεύσιμο; Το ζήτημα των αμβλώσεων είχε λυθεί πριν καν γεννηθώ εγώ. Κι όμως, να που στέκεται πάλι μπροστά μας – όχι σαν ερώτημα, αλλά σαν απειλή.
Και μαζί του εκείνη. «Η μάνα των Τεμπών». Το πρόσωπο που είχαμε ντύσει με φως. Τη θυμόμασταν όρθια μέσα στο εθνικό πένθος, με τη φωνή σπασμένη μα καθαρή, να μιλά για δικαιοσύνη, για αλήθεια, για ευθύνη. Της είχαμε φορέσει φωτοστέφανο – όχι από υποκρισία, αλλά από ανάγκη. Γιατί σε εποχές σκοτεινές, οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να πιστέψουν σε κάτι.
Μα το φως, όταν δεν γεννιέται από τα σπλάχνα της αμφιβολίας, λίγη διαφορά έχει από μια κοινή φωτοβολίδα: πιο πιθανό είναι να σε κάψει παρά να σου δείξει τον δρόμο.
Δεν πίστεψα ποτέ σε μεσσίες. Η ψυχή μου δεν αντέχει σωτήρες. Πιστεύω σε ιδεολογίες που γεννιούνται μέσα από την Ιστορία. Και σε συναισθήματα που γίνονται ιδεολογίες. Ετσι, από τη στιγμή που η Καρυστιανού μίλησε για ίδρυση κόμματος έπαψε να με αφορά ως προσωπικότητα. Μετά τη δήλωσή της για τις αμβλώσεις, η αδιαφορία μου αυτή μετατράπηκε αρχικά σε παγωμάρα και στη συνέχεια σε οργή. Γιατί έγινε με εκείνον τον επικίνδυνο τόνο της ηθικής βεβαιότητας: που δεν αναρωτιέται, δεν αμφιβάλλει, δεν τον αφορά η Ιστορία. Που μιλάει για τη ζωή γενικώς, παρακάμπτοντας τις ζωές ειδικώς. Τις ζωές των γυναικών. Τις ζωές με σάρκα και οστά.
Ετσι, πλέον μιλάμε για δήλωση όχι μιας μάνας που πονά, αλλά ενός εν δυνάμει πολιτικού προσώπου που προσπαθεί να καπελώσει τις φωνές των άλλων γυναικών, αφαιρώντας τους το δικαίωμα να αποφασίζουν. Σαν να λέει: εγώ έζησα το σκοτάδι, άρα ξέρω. Ομως, τα σκοτάδια μας δεν μας μετατρέπουν αυτόματα σε φως. Μερικές φορές μας μαθαίνουν απλώς να τα επιβάλλουμε και στους άλλους.
Η ζωή δεν είναι θεωρία. Είναι συνεχείς αναλήψεις ευθύνης, συνεχείς επιλογές και αποφάσεις. Και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αποφασίσει και να επιλέξει για κανέναν.
Ο άνθρωπος δεν σώζεται με απαγορεύσεις, ούτε με φωτοβολίδες.
Σώζεται μόνο όταν αποκτά το δικαίωμα να παλέψει μόνος του με το φως και τα σκοτάδια του.
Ολα τα άλλα είναι βολικά ψέματα. Πασπαλισμένα με μπόλικη ηθική χρυσόσκονη.
