«Οταν παιδέψεις τώρα δα μια πεταλούδα
δεν το βλέπεις αλλά αργότερα κάπου θα πονέσει ο πολιτισμός»
Είναι από τον «Λευκοπλάστη» του Νίκου Καρούζου. Τροβαδούροι στην εφήμερη κίνηση των ανθρώπων, στο διάβα της ζωής. Του καθενός ξεχωριστά, που κάπου αρχίζει και κάπου τελειώνει. Που όμως όλοι μαζί υφαίνουν την ατελείωτη λεωφόρο του πολιτισμού, από την ανατολή του τη γεμάτη ερωτήματα ώς τις μέρες μας με τα ίδια ερωτήματα.
Απαντήσεις με τον ξεχωριστό τρόπο του καθενός, με την εκφραστική δύναμη του καθενός, τόμοι ολόκληροι ποιητικές συλλογές ή λέξεις σαν απλή μουτζούρα σε κόλλα στρατσόχαρτου. Πρόκες στον τοίχο… καλοδουλεμένες. Δεν έχει σημασία. Ο κόσμος γύρω τους παραπαίει ανάμεσα σε «βήματα» πελώρια, που γράφονται από τους πρωταγωνιστές σαν «Ιστορία». Μελίσσι που βουίζει κυνηγώντας κάποιον «σκοπό», κάποιο νόημα στην ύπαρξη. Αμέτρητες πάλι οι σελίδες, οι πάπυροι, οι περγαμηνές. Τα κομμάτια του μάρμαρου και του πηλού. Η γραφή γύρω μας αποθησαυρίζεται σε βιβλιοθήκες, μουσεία, ιστορικά αρχεία. Το «νόημα αυτό», το φιλοσοφικό «καταστάλαγμα», η προσπάθεια απάντησης στα ερωτήματα κυβερνά τη σκέψη. Εδώ οι «τροβαδούροι» της γραφής της συμπυκνωμένης σ’ ελάχιστες σειρές αχνοφαίνονται ανάμεσα στις συμπληγάδες. Δεν έχει πάλι σημασία. Ο κόσμος γύρω τους παραπαίει ανάμεσα σε «βήματα» πελώρια, που γράφονται από τους πρωταγωνιστές σαν «Ιστορία».
Μελίσσι που βουίζει κυνηγώντας κάποιον «σκοπό», κάποιο νόημα στην ύπαρξη. Αμέτρητες πάλι οι σελίδες, οι πάπυροι, οι περγαμηνές. Τα κομμάτια του μάρμαρου και του πηλού. Η γραφή γύρω μας αποθησαυρίζεται σε βιβλιοθήκες, μουσεία, ιστορικά αρχεία. Το «νόημα αυτό», το φιλοσοφικό καταστάλαγμα, η προσπάθεια απάντησης στα ερωτήματα, κυβερνά την σκέψη. Εδώ οι «τροβαδούροι» της γραφής της συμπυκνωμένης σ’ ελάχιστες σειρές αχνοφαίνονται ανάμεσα στις συμπληγάδες των φιλοσοφικών συστημάτων σαν φωτεινά, εφήμερα μετέωρα. Να διαπιστώσουν την αδυναμία των χιλιάδων τόμων σκέψης, να δώσουν απάντηση στα ερωτήματα της ύπαρξης. Μυριάδες τα ονόματα, πολλά προσβάλλουν τη μνήμη. Παιδιά που πεθαίνουν από την πείνα και την αρρώστια, «συνάνθρωποι» που επάνω τους δοκιμάζονται ολέθριες τεχνικές επιβολής, σύνορα, απλές γραμμές σε χάρτες που καλλιεργείται το μίσος. Σελίδες εφημερίδων, έπεα τηλεοπτικών σταθμών, εικόνες φρίκης που γεμίζουν τους αιθέρες σε κλάσματα δευτερολέπτου. Κρεματόρια σύγχρονα, η Τιμισοάρα, η Τιεν Αν Μεν, η Γάζα, η Ουκρανία, το Σουδάν – βορά στο κέρδος των «εμπόρων (όπλων) των εθνών». Τροφή στον παραλογισμό, που όμως τρέφει λιγοστούς άγνωστους-γνωστούς στα υπόγεια, στα ανήλιαγα κέντρα των αποφάσεων για τα νήματα που κινούν τη στέρηση της γυμνής ζωής και της ελευθερίας από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Οι ποιητές, τροβαδούροι της ομορφιάς που απομένει τόσες φορές αλώβητη, μα κρυμμένη. Αυτοί που αποκρυπτογραφούν το ιστορικό γίγνεσθαι και το προσφέρουν σε μας να το δούμε διαφορετικά, «ποιητικά». Κάτι που το χορτάσαμε με ωμά λόγια και φαντεζί εικόνες στην ανελέητη ενημέρωση των καιρών μας. Οι ποιητές όμως είναι πολίτες κι αυτοί του ίδιου κόσμου. Τελικά πρέπει ο πόνος τους να ξεχειλά. Αυτοί που κινούν τα νήματα της παραφροσύνης, αυτοί τους δίνουν παράσημα και αναγνώριση. Τα βραβεία Νόμπελ, την κοινωνική αποδοχή στα γραπτά τους. Και σ’ αυτούς στρέφεται ο θυμός τους σαν δεν φαίνονται στα πρωτοσέλιδα των εντύπων, που οι ίδιοι επιτρέπουν να περιφέρονται, ανίκανοι να αλλάξουν την κοινωνική αδικία.
Οι ποιητές λοιπόν πρέπει να πονούν και να μη δέχονται. Γιατί είναι τροβαδούροι μα συγχρόνως και πολίτες των θεσμών που τους δίνουν το υλικό και την αναγνώριση.
«Τιμισοάρα, Τιεν Αν Μεν, Βηρυτός, Γάζα. Πρωτόγαλα Παγωμένης Θλίψης».
*Πολίτης του Αιγαίου
