Πριν από σαράντα χρόνια ξεκινήσαμε με δυο παλιούς συμμαθητές, τον Μανόλη και τον Βλάση, να ρίξουμε παραγάδι έξω από τα νερά του κόλπου της Γέρας, των ελαιώνων. Δανειστήκαμε ένα καλό, επαγγελματικό παραγάδι -είχαμε μεγάλες βλέψεις-, πηδήξαμε στον «Αϊ-Νικόλα», τη βάρκα της οικογένειας του Μανόλη, και σαλπάραμε. Μας ορμήνευσαν να ρίξουμε το παραγάδι στα νερά που βρίσκονται μόλις βγούμε απ’τον κόλπο, πίσω απ’ το μικρό νησί του Αϊ-Βασίλη. Στη στεριά θα βάζαμε σημάδι την κορφή του Ορους και ίσια απέναντι προς τη Μικρά Ασία. Δώσανε μυστικά και κάποιες άλλες οδηγίες στον Μανόλη, γιατί οι φίλοι του ψαράδες δεν λένε τα μυστικά τους. Λες κι εμείς θα ρίχναμε παραγάδι κάθε τόσο και θα τους πιάναμε τα ψάρια!
Ακολουθήσαμε τις οδηγίες. Το ρίξιμο πήγε καλά. Επικρατούσε μπουνάτσα, έτσι φχαριστηθήκαμε τη θαλάσσια διαδρομή και τη μικρή βόλτα που κάναμε, μέχρι να βρούμε τα σημάδια που μας είπαν οι ντόπιοι ψαράδες. Περπατήσαμε πάνω στο μικρό νησί, είδαμε τ’ αγριοκάτσικα, νιώσαμε τον πελαγίσιο αγέρα, αγναντέψαμε από κει την περιοχή· πόσο άγρια κι απότομη είναι η ακτή. Ολο βράχια, χωρίς βλάστηση μέχρι τα μέσα του βουνού. Πλεύσαμε βόρεια προς τα νησιά των Μυρσινιών, εκεί που σχηματίζεται ένα μικρό φυσικό λιμάνι.
Πέρασε η ώρα, ο καιρός φρεσκάρισε κι η θάλασσα άσπρισε. Πιάσαμε να σηκώσουμε το παραγάδι. Αν και δεν είχε έντονο κυματισμό, η βάρκα πήγαινε πάνω-κάτω. Αρχίσαμε να δυσκολευόμαστε στο σήκωμα του παραγαδιού. Ηρθαν κι οι ανακατωσούρες κι οι εξαγωγές του στομάχου, περισσότερο εγώ, άμαθος γαρ. Κόψαμε τη μισίνα του παραγαδιού σε δυο-τρία σημεία και κακήν κακώς τα ρίξαμε όλα, μισίνα, αγκίστρια, δολώματα, μέσα στο πανέρι.
«Το μέρος το πιάνει ξαφνικά ο καιρός», μας είπαν οι ψαράδες. «Ξέρετε πόσοι έχουν πέσει πάνω στα βράχια;». Σ’ αυτή τη θάλασσα, ανάμεσα στο βουνό Ορος και στα νησιά, έχουν ναυαγήσει πολλά πλοία στα παλιά χρόνια. Κάθε τόσο οι ψαράδες ανασέρνουν με τα δίχτυα τους πήλινα θραύσματα αγγείων.
Τούτες οι θύμησες ήρθαν στον νου μετά το ναυάγιο ενός φουσκωτού σκάφους, που έγινε την περασμένη Τρίτη στην περιοχή. Μετέφερε ανθρώπους οι οποίοι αναζητούσαν καλύτερη τύχη στη ζωή τους. Τέσσερις βρέθηκαν πνιγμένοι, στην περιοχή όπου εμείς ως νέοι κάναμε το χόμπι μας κάνοντας πως ψαρεύουμε. Μερικές εκατοντάδες μέτρα από τις αγαπημένες παραλίες Τάρτι και Φαρά όπου ξεκαλοκαιριάζουμε, κάνουμε μπάνια, επισκεπτόμαστε τις ταβέρνες· στα ίδια νερά, στην ίδια γη. Για μας είναι τόποι διακοπών, χαλάρωσης, διασκέδασης. Τους θυμόμαστε με νοσταλγία. Για αυτούς και κάποιους άλλους παλιότερα τέλειωσε το ταξίδι προς το όνειρο και την επιθυμία· έγιναν υγροί τόποι θανάτου.
