Το whataboutism δεν είναι απλώς μια ρητορική τεχνική. Είναι ένα εργαλείο αποπροσανατολισμού, ένα πλυντήριο συνειδήσεων, ένα καταφύγιο για όσους δεν θέλουν να πάρουν θέση. Κατά τ’ άλλα σήμερα είναι το μόνιμο καταφύγιο ενός συνονθυλεύματος δεξιών, ακροδεξιών, ακροκεντρώων και μικροαστών απέναντι σε κάθε διεκδίκηση ή διακύβευμα μπορεί να συγκρούεται με το ιδεολογικό-πολιτικό τους υπόβαθρο ή να υπηρετεί τον ιδεολογικό συντηρητισμό και τη μισανθρωπία τους. Πρόκειται για εκείνη τη στρατηγική με την οποία, όταν τίθεται στο τραπέζι ένα πραγματικό έγκλημα, μια αδικία, μια σφαγή, ο συνομιλητής απαντά: «Ναι, αλλά τι γίνεται με…- Ναι, αλλά γιατί δεν λες τίποτα για…;» και φέρνει μια άσχετη ή δευτερεύουσα περίπτωση για να αποφύγει την ουσία.
Σήμερα το whataboutism έχει περάσει στα χέρια της άκρας Δεξιάς και του λεγόμενου «ακραίου Κέντρου», το οποίο με το προσωπείο της ουδετερότητας καταλήγει να δικαιολογεί τα πιο ακραία εγκλήματα.
Δεν υπάρχει πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα από την Παλαιστίνη. Οταν τίθεται το ερώτημα της γενοκτονίας που διαπράττεται εδώ και δεκαετίες από το κράτος του Ισραήλ, με την υποστήριξη των ΗΠΑ και της Ε.Ε., ο λόγος των μικροαστικών στρωμάτων, είτε ντυμένος με τον μανδύα του «φιλελεύθερου ορθολογισμού» είτε με την ωμή φωνή της Ακροδεξιάς, ακολουθεί τον ίδιο δρόμο: «Ναι, αλλά η Χαμάς…», «Ναι, αλλά οι άλλοι Αραβες δεν είναι καλύτεροι», «Ναι, αλλά οι Ρώσοι στην Ουκρανία…». Ενα ατελείωτο παιχνίδι συμψηφισμών για να καλυφθεί το προφανές: ότι άνθρωποι εκτελούνται, παιδιά θάβονται κάτω από τσιμέντα, κοινότητες ξεριζώνονται και η Δύση αποσιωπά ή χειροκροτεί.
Το whataboutism εδώ λειτουργεί σαν βολική πανοπλία. Ο μικροαστός, βυθισμένος στη βολή του και φοβούμενος να συγκρουστεί με την κυρίαρχη αφήγηση, βρίσκει στο «ναι, αλλά» μια δικαιολογία για την αδράνειά του. Ο ακροδεξιός, από την άλλη, το αξιοποιεί για να επιβάλει την τοξική ιδεολογία του: να κλείσει κάθε δρόμο στην ενσυναίσθηση, να απαγορεύσει την κριτική στο κράτος που λειτουργεί ως «προκεχωρημένο φυλάκιο» της Δύσης στη Μέση Ανατολή. Και το ακραίο Κέντρο, η τάξη των τεχνοκρατών και των σχολιαστών που θέλουν να φαίνονται «υπεράνω», το χρησιμοποιεί για να σβήσει κάθε συζήτηση πριν καν αρχίσει, βαφτίζοντας τη σιωπή τους «πολυπρισματική οπτική».
Το αποτέλεσμα είναι μια προσπάθεια για πολιτική απονεύρωση και νέκρωση. Ο συμψηφισμός σκοτώνει την ίδια τη δυνατότητα της κοινωνίας να αναγνωρίσει το προφανές: ότι υπάρχει θύτης και υπάρχει θύμα, ότι υπάρχει καταπιεστής και καταπιεσμένος. Οταν κάθε έγκλημα βαφτίζεται «σύνθετη κατάσταση», όταν η καταγγελία της γενοκτονίας στην Παλαιστίνη συναντά την απάντηση «ναι, αλλά κι αλλού γίνονται εγκλήματα», τότε το μόνο που μένει είναι η συνέχιση της αδικίας με άλλοθι την κενότητα του λόγου.
Ο κόσμος των κινημάτων, των αγώνων και του ανθρωπισμού, ο κόσμος που παλεύει και αγωνίζεται οφείλει να ξεγυμνώνει το whataboutism όπου κι αν εμφανίζεται. Οχι για να αγνοήσει τα εγκλήματα άλλων κρατών, αλλά για να υπενθυμίζει ότι κάθε ιστορική στιγμή απαιτεί θέση, ευθύνη και καθαρό λόγο. Οταν σήμερα συζητάμε για την Παλαιστίνη, το μόνο τίμιο είναι να σταθούμε απέναντι στη γενοκτονία, χωρίς αστερίσκους και «ναι, αλλά». Γιατί κάθε «ναι, αλλά» είναι ένα μικρό καρφί στο φέρετρο της αλήθειας και της δικαιοσύνης.
Το whataboutism δεν είναι τίποτε άλλο παρά η γλώσσα της αδράνειας και της συνενοχής. Κι απέναντι σε μια γενοκτονία, η συνενοχή δεν είναι απλώς λάθος· είναι έγκλημα.
*Φιλολόγος, πρόεδρος Α’ ΕΛΜΕ Κυκλάδων
