ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Επιτέλους τέλειωσαν οι δουλειές της αυλής, αν και οι δουλειές δεν τελειώνουν ποτέ λένε οι παλιοί άνθρωποι. Φέτος κόψαμε και ξεριζώσαμε δυο και τρεις φορές τα αγριόχορτα. Ολο και κάποια πράσινη συστάδα ξεπηδούσε, όπου υπήρχε μια χούφτα χώμα. Ηταν βροχερή η άνοιξη, όπως κι ο χειμώνας.

Μετά άρχισαν οι περιποιήσεις των γλαστρών, των φυτών και των λίγων δέντρων. Βγήκε το χώμα από τις γλάστρες, σε κάποιες όλο, εμπλουτίστηκε με χωνεμένη περσινή κοπριά, πουρναρόχωμα και φυτόχωμα. Κάποια λουλούδια δεν άντεξαν το κρύο και την παγωνιά του χειμώνα, δεν ήταν καλά προφυλαγμένα, ξεράθηκαν κι αντικαταστάθηκαν από νέα φιντάνια.

Αυτά ένιωσαν τη φροντίδα σου, σε λίγες μέρες ζωντάνεψαν, πέταξαν νέους μίσχους, έβγαλαν μπουμπούκια κι άνθισαν. Περνάς το χέρι σου από πάνω τους, τα χαϊδεύεις χωρίς να τα ακουμπάς, σαν το απογευματινό αεράκι. Καμιά φορά τους λες και κανά δυο λογάκια αγάπης, και κείνα γέρνουν αριστερά δεξιά σαν να σου δείχνουν την ευχαρίστησή τους.

Γέμισε χρώματα η αυλή· κόκκινα, μοβ, ροζ, φούξια, πορτοκαλί, βιολετί, κίτρινα κι οι ενδιάμεσοι συνδυασμοί τους. Επικρατούν οι μολόχες, τα γεράνια και τα μαστιχάκια, η αρμπαρόριζα. Στα σκαλοπάτια μπιγκόνιες και έρωτες, στις άκρες λίγες τριανταφυλλιές, χαμηλά πανσέδες και κυκλάμινα. Οπου να ’ναι θα ανθίσουν κι οι κιτρινόμαυροι κατηφέδες, ντόπιος, παλιός σπόρος που σου έδωσε ο φίλος Παναγιώτης. Οι ροδιές δεν σταματούν να ανθίζουν και να ρίχνουν τα ροδόχρωμα άνθη τους· αν είναι ανάλογη κι η καρποφορία τους δεν θα αντέξουν τα κλαδιά το βάρος από τα ρόδια.

Με το που θα βγεις απ’ την πόρτα του σπιτιού οι ευωδιές είναι στο πλατύσκαλο. Πρώτα οι έντονες που απελευθερώνουν οι αγγελικές, μετά έρχονται οι διακριτικές από το γιασεμί κι οι μεθυστικές απ’ το αγιόκλημα. «Μέχρι εδώ πάνω φτάνει το άρωμά τους» σου λέει η νέα γειτόνισσα. Ζουζουνίζουν οι μέλισσες, ίσως και να ’χουμε κάποιο αστικό μελίσσι στη γειτονιά μας.

Πίσω απ’ τις ροδιές της αυλής αχνοφαίνεται το καλοκαίρι. Πιότερο ακούς το σούρσιμο της θάλασσας, των λιτριδιών το κροτάλισμα, παρά τη θέρμη του.

Γνωρίζεις ότι φεύγει από απέναντι, απ’ τη μικρασιάτικη γη, περνά το μπουγάζι τ’ Αϊβαλιού, απλώνεται νωχελικά ανάμεσα στη στεριανή και στη νησιώτικη γη, περιπλανιέται πάνω κάτω, κι αργά το ξημέρωμα φτάνει στην αυλή σου. Ετσι γίνεται χρόνους και χρόνους, αναντάμ μπαμπαντάμ που έλεγε κι η γιαγιά μου.

Αφήνω τη ματιά μου να περιφερθεί ολόγυρα. Απ’ τον έναν τοίχο μέχρι τον άλλο. Στον έναν η πέτρινη βρύση, στον άλλον η μαρμάρινη· αναρωτιέμαι ποιοι ήταν οι τεχνίτες που τις σμίλεψαν, πόσοι ήπιαν πριν από εμάς, αλλά και πόσοι θα ακολουθήσουν.