Μαριάνα Γκλιάτη*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σήμερα εκδικάστηκαν στο ΣτΕ οι αιτήσεις ακύρωσης κατά της απόφασης συγκρότησης και του κανονισμού λειτουργίας των νέων Επιτροπών Προσφυγών που προέκυψαν από την τροπολογία Μουζάλα τον περασμένο Ιούνιο, όπως και δύο προσφυγές που στρέφονται κατά δύο αποφάσεων των νέων Επιτροπών. 

Στις αποφάσεις τους μετά τη θέση σε εφαρμογή της Συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας, οι προϋπάρχουσες Επιτροπές έκριναν σε ποσοστό πάνω από 90% παράνομες τις επιστροφές Σύριων στην Τουρκία, παγώνοντας ουσιαστικά τη συμφωνία. Σύμφωνα με τις αποφάσεις, η Τουρκία δεν αποτελεί ασφαλή τρίτη χώρα για πρόσφυγες, καθώς υφίσταται σοβαρός κίνδυνος επαναπροώθησής τους και δεν πληρούνται οι εγγυήσεις της Σύμβασης της Γενεύης για την προστασία των προσφύγων. 

Το επόμενο βήμα της κυβέρνησης, ύστερα από πιέσεις εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ήταν η διάλυση και ανασυγκρότηση των Επιτροπών, με επιχείρημα την ενίσχυση της αντικειμενικότητάς τους με τη συμμετοχή διοικητικών δικαστών. Είχαν προηγηθεί κατηγορίες περί ψήφου με «φιλανθρωπικά» κριτήρια από πλευράς της Ε.Ε.Δ.Α., η οποία αποτελεί ανεξάρτητο γνωμοδοτικό όργανο του κράτους. 

Ωστόσο, από εξέταση των σχετικών αποφάσεων προκύπτει ότι πολλές εξ αυτών ήταν ομόφωνες με τις εκπροσώπους του Υπουργείου Εσωτερικών να συμφωνούν με τα υπόλοιπα μέλη (Ε.Ε.Δ.Α. και Ύπατη Αρμοστεία) ότι η Τουρκία δεν αποτελεί ασφαλή προορισμό. Οι αποφάσεις στηρίζονται σε ισχυρό και εμπεριστατωμένο αιτιολογικό, σε αντίθεση με μόνες δύο που κατ’εξαίρεση θεωρούν την Τουρκία ασφαλή και οι οποίες πάσχουν από μεθοδολογικά και συλλογιστικά λάθη. 

Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί ότι το αντιπροσωπευτικό δείγμα αποφάσεων που εξετάστηκαν στο πλαίσιο ακαδημαϊκής έρευνας αποκτήθηκε από ανεπίσημες πηγές, καθώς οι αρμόδιες άρχες αρνήθηκαν να γνωστοποιήσουν ανωνυμοποιημένες αποφάσεις για ερευνητικούς σκοπούς. 

Σχετικά με τη συμμετοχή δικαστών στις Επιτροπές προκειμένου να εναρμονισθεί η Ελλάδα με τα ευρωπαϊκά κεκτημένα, όπως δήλωσε σε συνέντευξή του ο υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής, αξίζει να σημειωθεί ότι ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ προϋποθέτει την ύπαρξη ανεξάρτητης δικαστικής αρχής, ενώ η ΕΔΔΑ αφήνει στα κράτη μεγαλύτερη διακριτική ευχέρεια. Το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση είναι να υπάρχει για τους αιτούντες αποτελεσματικό ένδικο μέσο. 

Η συμμετοχή δικαστικών λειτουργών σε ένα σώμα αποτελεί σημαντική, αλλά όχι τη μόνη προϋπόθεση προκειμένου να θεωρηθεί το σώμα αυτό δικαστική αρχή. Το ΔΕΚ στην υπόθεση H.I.D. και B.A. κατά Επιτρόπου Αιτημάτων Ασύλου, έχει θέσει συγκεκριμένα κριτήρια με βάση τα οποία καθορίζεται αν ένα όργανο αποτελεί δικαστική αρχή, συμπεριλαμβανομένων εγγυήσεων ανεξαρτησίας. Σε εθνικό επίπεδο, το ΣτΕ έχει αποφανθεί επί του θέματος κρίνοντας ότι Επιτροπές στις όποιες συμμετέχουν δικαστές δεν αποτελούν απαραιτήτως δικαιοδοτικό όργανο. 

Και η ύπαρξη όμως δικαστικού οργάνου δεν είναι συνώνυμο του αποτελεσματικού ενδίκου μέσου, όπως έχει δείξει η ελληνική εμπειρία. Συγκεκριμένα, οι Επιτροπές Ασύλου αποτελούν τμήμα του συστήματος ασύλου από το 2012. Μέχρι τότε το ΣτΕ είχε την αρμοδιότητα εξέτασης των αιτημάτων ασύλου σε δεύτερο βαθμό.

Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, τα ποσοστά αναγνώρισης καθεστώτος ασύλου και επικουρικής προστασίας βρίσκονταν, σύμφωνα με στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας, κοντά στο 1% το 2008, ενώ ο μέσος όρος αναγνώρισης για τις υπόλοιπες 5 χώρες που δέχονταν το μεγαλύτερο αριθμό αιτήσεων ήταν 36%.=

Τα σχεδόν μηδενικά ποσοστά αναγνωρισης σε συνδιασμό με άλλες συστημικές ανεπάρκειες του συστήματος ασύλου οδήγησαν το ΕΔΔΑ να κρίνει το 2011 στην υπόθεση ΜSS κατά Ελλάδας και Βελγίου ότι η Ελλάδα αδυνατεί να παρέχει έμπρακτη και αποτελεσματική προστασία στους πρόσφυγες. 

Η Υπηρεσία Ασύλου και οι Επιτροπές Προσφυγών που συστάθηκαν ένα χρόνο αργότερα έφεραν τα ποσοστά αναγνώρισης σε σύμπνοια με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η ανεξαρτησία και η αντικειμενικότητά των Επιτροπών δεν έχει αμφισβητηθεί έκτοτε από τη διεθνή κοινότητα. 

Αντιθέτως, προκύπτουν σοβαρές ανησυχίες ως προς τα εχέγγυα ανεξαρτησίας των νέων Επιτροπών, οι οποίες προέκυψαν από πολιτική παρέμβαση και στις αποφάσεις τους κρίνουν την Τουρκία ασφαλή χώρα κατ’εφαρμογή της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας, στην οποία αναγνωρίζουν εσφαλμένα χαρακτήρα διεθνούς σύμβασης υπερέχουσας ισχύος. 

*Διδακτορική Ερευνήτρια, Πανεπιστήμιο του Λάιντεν και Ερευνητική Εταίρος, Refugee Law Initiative, Πανεπιστήμιο του Λονδίνου